6. Χριστιανικοὶ τομεῖς Θέματα πίστεως (δογματικά, συμβολικὰ κ.λπ.) Παναγιώτου Μπούμη, Τό Πνεῦμα τοῦ Πατρός – Β΄

 

Τό Πνεῦμα τοῦ Πατρός – Β΄

 

«Τό ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον»

 

Ἐν συνεχείᾳ ἐκείνων πού δημοσιεύσαμε στό περιοδικό Ἐκκλησία τό Δεκέμβριο τοῦ 2011 (ἔτ. ΠΗ΄, τεῦχ. 11, σελ. 775-778), κατόπιν αἰτήματος τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Νικοπόλεως καί Πρεβέζης κ. Μελετίου, κρίνουμε ἀπαραίτητο νά ἐπανέλθουμε καί νά παραθέσουμε καί τίς ἀκόλουθες παρατηρήσεις πρός συμπλήρωση ἐκείνων καί τήν καλλίτερη προετοιμασία τοῦ Διαλόγου Ἀνατολῆς-Δύσεως.

Ὑπενθυμίζουμε ὅτι ἡ γνωμοδότηση ἐκείνη ἀναφερόταν κυρίως σέ ἕνα σημεῖο τῆς «Διασαφήσεως», τήν ὁποία εἶχε ζητήσει ὁ Πάπας Ρώμης Ἰωάννης Παῦλος Β΄ κατά τόν λόγο, τόν ὁποῖο ἐκφώνησε τήν 29η Ἰουνίου 1995 στή Βασιλική τοῦ Ἁγίου Πέτρου ἐνώπιον καί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου Α΄. Ἡ «Διασάφησις» αὐτή, ὡς ἐλέχθη, «συνετάγη μέ τήν ἐπιμέλειαν τοῦ Ποντιφικοῦ Συμβουλίου διά τήν προαγωγήν τῆς ἑνότητος τῶν χριστιανῶν» καί ἐκτός τῶν ἄλλων ἐκδό­θηκε καί αὐτοτελῶς σέ τέσσερεις γλῶσσες τό 1996 (ἔκδ. Typis Vaticanis). Μέ τόν τίτλο «Τό "προϊέναι" τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τήν Ἑλληνικήν καί τήν Λατινικήν παράδοσιν» ἐκδόθηκε στήν ἑλληνική γλώσσα1.

Ὅπως εἶναι φανερό, τό θέμα αὐτό ἅπτεται τοῦ μεγάλου αἰτήματος τῆς ἑνότητας τῶν χριστιανῶν, πρᾶγμα τό ὁποῖο ὤθησε καί τόν τότε Πάπα νά ζητήσει νά ἀποσαφηνιστεῖ «ἡ περί τοῦ Filioque πατροπαρά­δοτος διδασκαλία ἡ περιεχομένη εἰς τήν λειτουργικήν διατύπωσιν τοῦ λατινικοῦ Πιστεύω», ὥστε ἡ ἐν λόγῳ Διασάφησις «νά συμβάλῃ εἰς τόν διάλογον» μεταξύ τῶν χριστιανῶν.

Γι' αὐτό κι ἐμεῖς θεωρήσαμε ὑποχρέωσή μας νά μήν ἀρκεστοῦμε στήν προηγούμενη γνωμοδότηση-μελέτη, ἀλλά νά προχωρήσουμε καί νά ἀσχοληθοῦμε διεξοδικότερα καί ἐνδελεχέστερα μέ τήν ἐν λόγῳ «Διασάφησιν». Καί τοῦτο, γιά νά πραγματοποιηθεῖ, κατά τό δυνατόν, μιά πληρέστερη γνώση τῶν διαφόρων θέσεων καί τῶν αἰτίων τῆς μεταξύ Ἑλληνικῆς καί Λατινικῆς παραδόσεως διαφοροποιήσεως.

Στήν ἀπόφαση καί «ἀπόπειρα» αὐτή μᾶς ἐνίσχυσαν καί οἱ λό γοι τοῦ ἀκάματου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, τούς ὁποίους διατύπωσε κατά τήν πρόσφατη ὁμιλία του στήν Ἱερά Σύνοδο τοῦ Πατριαρχείου τῆς Ρουμανίας. Ἐκεῖ μεταξύ ἄλλων εἶπε: «Ἤρκεσε, πολύ ἀργότερον, ἡ προσθήκη εἰς τό Σύμβολον (Νικαίας-Κωνσταντινου­πόλεως) μιᾶς καί μόνης λέξεως, τοῦ γνωστοῦ Filioque, διά νά δημιουρ­γηθοῦν νέαι κακοδοξίαι καί σχίσματα καί αἱρέσεις, αἱ ὁποῖαι κρατοῦν μέχρι σήμερον τόν Δυτικόν Χριστιανισμόν μακράν τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνα­τολῆς»2.

Περιττόν νά τονιστεῖ ὅτι καί στήν παροῦσα γνωμοδότηση χρησι­μοποιοῦμε τόν ἴδιο τίτλο: «Τό Πνεῦμα τοῦ Πατρός ("Τό ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον")» μέ τήν προηγούμενη ἕνεκα τῆς μεγάλης σχέσεως τῶν δύο κειμένων μας καί γιά τή διατήρηση αὐτῆς τῆς συνέχειας καί συνοχῆς. Ὡστόσο στό τρίτο μέρος τῆς γνωμοδοτήσεως θά πρέπει (θά εἴμαστε ἀναγκασμένοι) νά προβοῦμε καί σέ ὁρισμένη προσθήκη.

Θά λέγαμε, λοιπόν, ἐξ ἀρχῆς ὡς μία γενική παρατήρηση, ἡ ὁποία βασίζεται καί στό προηγούμενο τμῆμα τῆς γνωμοδοτήσεως-μελέτης, ὅτι καί οἱ δημιουργηθεῖσες αἱρετικές κακοδοξίες καί τά σχίσματα ἐν πολλοῖς ὀφείλονται στήν κακή ἑρμηνεία, τ. ἔ. στήν ὄχι ὀρθή, συστηματική καί πλήρη ἀπόδοση τῶν κρίσιμων χωρίων καί λέξεων-ὅρων τῆς Ἁγίας Γραφῆς.

Εἰδικότερα στήν προηγούμενη μελέτη ἀσχοληθήκαμε διεξοδικῶς μέ τήν ἐσφαλμένη-ἀσαφή ἀπόδοση τοῦ χωρίου Ρωμ. 8,11, ὅπου τό κείμενο λέει: «Εἰ δέ τό πνεῦμα τοῦ ἐγείραντος τόν Ἰησοῦν ἐκ νεκρῶν οἰκεῖ ἐν ὑμῖν...» Στό χωρίο αὐτό, ὅπως εἶναι φανερό, ἡ Ἁγία Γραφή μιλάει γιά «Πνεῦμα τοῦ ἐγείραντος», δέν μιλάει γιά «Πνεῦμα τό ἐγεῖραν». Ἄλλος εἶναι τό Πνεῦμα καί ἄλλος ὁ ἐγείρας. Προφανῶς ὁ ἐγείρας εἶναι ὁ Πατήρ. Ἀντιθέτως ἡ «Διασάφησις», ὅπως εἴδαμε, λέει «Εἶναι τό Πνεῦμα τό ὁποῖον ἤγειρεν αὐτόν (τόν Χριστόν) ἐκ νεκρῶν». Καί αὐτό δέν εἶναι μία ὀρθή ἀπόδοση τοῦ πρωτοτύπου. Σ' αὐτό ἴσως συνέβαλε καί ἡ διφορούμενη λειτουργία τοῦ μορίου «πού», τό ὁποῖο χρησιμοποίησαν καί Ἕλληνες βιβλικοί-ἑρμηνευτές, λέγοντες: «Τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ πού ἀνέστησε τόν Ἰησοῦ...» Αὐτά γιά μία ἁπλή ὑπενθύμιση καί σύνδεση μέ τά προηγούμενα.

Σήμερα ἄς ἐπιτραπεῖ νά ἔλθουμε σέ ἕνα ἄλλο σημεῖο τῆς «Διασα­φήσεως», τό ὁποῖο δημιουργεῖ ἀνάλογους προβληματισμούς καί πάλιν ἕνεκα μή ἀκριβολογίας καί ἀσάφειας ἤ ἐλλιποῦς ἑρμηνείας. Ἡ «Διασά­φησις» λέει: «Ἐπί τοῦ Σταυροῦ "παρατίθησι (ὁ Ἰησοῦς Χριστός) τό Πνεῦμα του" εἰς χεῖρας τοῦ Πατρός» (καί παρατίθεται μέσα σέ παρέν­θεση τό Λκ. κγ΄ 46). Μέ τίς συμφραζόμενες στή «Διασάφησιν» προτάσεις, ὅπως π.χ. μέ ἐκείνη μέ τήν ὁποία ἀσχοληθήκαμε στήν προηγούμενη γνωμοδότηση («καί εἶναι τό Πνεῦμα τό ὁποῖον ἤγειρεν αὐτόν ἐκ νε­κρῶν»), καθώς καί ὅτι ἡ λέξη Πνεῦμα τῆς ὑπό ἐξέταση προτάσεως γράφεται πάλιν μέ κεφαλαῖα, δίδεται ἡ ἐντύπωση, ὅτι ἡ «Διασάφησις» μιλάει γιά τό ἅγιο Πνεῦμα. Ὅτι δηλαδή ὁ Χριστός παρέδωσε-παρέθεσε τό Ἅγιον Πνεῦμα, πού μάλιστα ἦταν δικό του («τό Πνεῦμά μου»), στά χέρια τοῦ Πατρός.

Ὅμως αὐτή ἡ ἄποψη-ἑρμηνεία δέν φαίνεται ἱκανοποιητική. Ἐν πρώτοις ἔρχεται σέ ἀντίθεση καί μέ τό ἀμέσως ἑπόμενο παράθεμα τῆς «Διασαφήσεως», ὅπου γράφεται: «"Ἐν αὐτῷ" κατέρχεται εἰς τόν ᾍδην (Α΄ Πέτρ. γ΄,19)». Πῶς «"ἐν αὐτῷ" (τό Ἅγιον Πνεῦμα) κατέρχεται εἰς τόν ᾍδην», ἀφοῦ τό παρέδωκε «εἰς χεῖρας τοῦ Πατρός» καί ἀποξενώθηκε ἀπ' αὐτό; Ἄρα μήπως δέν εἶναι αὐτή ἡ ὀρθή ἑρμηνεία καί κάτι ἄλλο ὑπονοεῖ τό χωρίο Λουκ. 23,46 ὅτι συμβαίνει, ἤ μᾶλλον ὅτι συνέβη κατά τό σταυρικό θάνατο τοῦ Ἰησοῦ;

Παρόμοια ἀνάλογη ἀντίθεση ὑπολανθάνει καί μέ τήν ἀκόλουθη πρόταση τῆς «Διασαφήσεως»: «Καί εἶναι τό Πνεῦμα τό ὁποῖον ἤγειρεν αὐτόν ἐκ νεκρῶν», γιά τήν ὁποία ἔγινε ἐκτενής λόγος στό προηγούμενο τμῆμα τῆς γνωμοδοτήσεως.

Ἄς καταφύγουμε ὅμως στό χωρίο αὐτό, ὅπως ἀκριβῶς ἔχει στήν Ἁγία Γραφή κατά τό Εὐαγγέλιο τοῦ Λουκᾶ (23,46): «Καί φωνήσας φωνῇ μεγάλῃ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν, Πάτερ, εἰς χεῖράς σου παρατίθεμαι τό πνεῦμά μου· τοῦτο δέ εἰπών ἐξέπνευσεν».

Κατά πρῶτον θά λέγαμε ὅτι δέν εἶναι ἄνευ σημασίας τό γεγονός ὅτι ἡ Ἁγία Γραφή λέει «φωνήσας ὁ Ἰησοῦς». Μήπως λέει τό «Ἰησοῦς», γιά νά μᾶς καταστήσει προσεκτικούς ὅτι μιλάει ὁ Ἰησοῦς Χριστός κατά τήν ἀνθρώπινη φύση του; Καί ὅτι ἀναφέρεται στή λογική ψυχή του καί ὄχι στό Ἅγιο Πνεῦμα;

Μᾶλλον ὁ Ἰησοῦς δέν ἔλεγε ἐκείνη τή στιγμή στό Θεό-Πατέρα του ὅτι παραθέτει τό Ἅγιο Πνεῦμα στά χέρια του καί μάλιστα ὅτι αὐτό τό Ἅγιο Πνεῦμα ἦταν δικό Του καί ὄχι τοῦ Θεοῦ-Πατρός. Προφανῶς ἐδῶ ἡ λέξη πνεῦμα δέν ἀναφέρεται στό Ἅγιο Πνεῦμα, ἀλλά εἰδικῶς στό δικό του πνεῦμα, στήν ψυχή του, ὅπως τοῦτο ὑποδεικνύεται καί ἐνισχύεται καί ἀπό τήν ἐν συνεχείᾳ πρόταση· «τοῦτο εἰπών ἐξέπνευσε».

Ἡ ἐκδοχή-ἑρμηνεία αὐτή ἐνισχύεται καί ἀπό τά παράλληλα χωρία τῶν ἄλλων Εὐαγγελιστῶν:

α) Ἔτσι ὁ Ματθαῖος γράφει: «Ὁ δέ Ἰησοῦς πάλιν κράξας φωνῇ μεγάλῃ ἀφῆκε τό πνεῦμα» (Ματθ. 27,50). Μέ αὐτό δέ τό χωρίο ἐνισχύεται ἡ ἄποψη ὅτι ὁ λόγος εἶναι γιά τήν ψυχή τοῦ Ἰησοῦ, γιατί ἤδη προηγου­μένως ὁ Ἰησοῦς ἀναβόησε «Θεέ μου Θεέ μου, ἱνατί με ἐγκατέλιπες;» (Ματθ. 27,46), πρᾶγμα πού πρέπει νά σημαίνει ὅτι καί ὁ Πατήρ καί τό Ἅγιο Πνεῦμα ἤδη τόν εἶχαν ἐγκαταλείψει.

β) Ἐπίσης τό «ἀφῆκε τό πνεῦμα» τοῦ Ματθαίου πρέπει νά σημαί­νει αὐτό πού γράφει καί ὁ εὐαγγελιστής Μᾶρκος, δηλ. τό ἐξέ­πνευσε: «Ὁ δέ Ἰησοῦς ἀφείς φωνήν μεγάλην ἐξέπνευσε» (Μάρκ. 15, 37). Καί αὐτό τό γράφει ὁ εὐαγγελιστής Μᾶρκος, ἀφοῦ καί αὐτός προηγουμένως, ὅπως ὁ Ματθαῖος, μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶχε φωνάξει: «Ὁ Θεός μου ὁ Θεός μου, εἰς τί ἐγκατέλιπές με» (Μάρκ. 15,34). Ἑπομένως ἡ ἔκφραση τοῦ Ματθαίου δέν σημαίνει «ἄφησε τό Ἅγιο Πνεῦμα», ἀλλά ἐξέπνευσε ἤ ἄφησε τό δικό του πνεῦμα, τή λογική καί ἀθάνατη ψυχή του.

γ) Ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης γράφει ὡσαύτως: «Ὅτε οὖν ἔλαβε τό ὄξος ὁ Ἰησοῦς εἶπε· Τετέλεσται, καί κλίνας τήν κεφαλήν παρέδωκε τό πνεῦμα» (Ἰω. 19,30).

Ἀξιοσημείωτον εἶναι ὅτι καί οἱ τέσσερεις Εὐαγγελιστές ἐν ὁμοφω­νίᾳ χρησιμοποιοῦν τό ὄνομα Ἰησοῦς, ὑποδεικνύοντες ὅτι μιλᾶνε γιά τήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τ.ἔ. γιά τή λογική καί ἀθάνατη ψυ­χή του.

Ὁ καθηγητής Παν. Τρεμπέλας στά σχετικά Ὑπομνήματά του, ὅπου στηρίζεται καί στήν πατερική παράδοση, μεταφράζει-ἑρμηνεύει ὡς κατω­τέρω ἐκτός ἀπό:

α) Τό χωρίο τοῦ Ματθαίου, τό ὁποῖο ἀφήνει ὡς ἔχει.

β) Τό χωρίο τοῦ Μάρκου ἀποδίδει ὡς ἑξῆς: «Ὁ δέ Ἰησοῦς ἀφῆκε φωνήν μεγάλην καί ἐξεψύχησε».

γ) Τό χωρίο τοῦ Λουκᾶ ἐξηγεῖ ὡς ἑξῆς: «Πάτερ . . . παραδίδω εἰς τάς χεῖράς σου τήν λογικήν καί ἀθάνατον ψυχήν μου. Καί ἀφοῦ εἶπε τούς λόγους αὐτούς ἐξεψύχησεν».

δ) Τό χωρίο τοῦ Ἰωάννου μεταφέρει ὡς ἑξῆς: «Ὅταν λοιπόν ἐπῆρε τό ξύδι ὁ Ἰησοῦς, εἶπεν· Ἔχουν πλέον τελειώσει ὅλα... Καί ...παρέδωκεν ἐξουσιαστικῶς καί ὅταν αὐτός ἠθέλησε τήν ψυχήν του εἰς τόν πατέρα του».

Ἄς σημειωθεῖ ὅτι οἱ καθηγητές Πανεπιστημίου Ἀρχιμ. Εὐ. Ἀντω­νιάδης, Ἁμ. Ἀλιβιζᾶτος καί Γ. Κονιδάρης στή «νεοελληνική μετάφραση τῆς Καινῆς Διαθήκης» (Ἀθῆναι 19923) καί στά τέσσαρα χωρία ἀφήνουν τήν ἔκφραση «τό πνεῦμα (μου)» ὡς ἔχει, χωρίς νά τήν ἀντικαθιστοῦν μέ τό ψυχή. Τό αὐτό πράττει καί ὁ ἔγκριτος θεολόγος Ἰ. Κολιτσάρας στήν «ἑρ­μηνευτική ἀπόδοσή» του (Ἀθῆναι 19716).

Στή μετάφραση τῶν νεοτέρων καθηγητῶν Πανεπιστημίου Γ. Γαλίτη, Ἰ. Καραβιδόπουλου, Ἰ. Γαλάνη καί Π. Βασιλειάδη, τήν ὁποία ἐξέδωσε ἡ Βιβλική Ἑταιρεία τῆς Ἀθήνας, ἔχουμε τίς ἀκόλουθες ἀποδό­σεις-ἐξηγήσεις τῶν ἀνωτέρω χωρίων:

α) «Ὁ Ἰησοῦς ἔβγαλε πάλι δυνατή κραυγή καί ἄφησε τήν τελευ­ταία του πνοή» (Ματθ. 27,50) (σ. 66).

β) «Κι' ὁ Ἰησοῦς ἔβγαλε δυνατή κραυγή καί ξεψύχησε» (Μάρκ. 15,37) (σ. 110).

γ) «Τότε ὁ Ἰησοῦς κραύγασε μέ δυνατή φωνή καί εἶπε: «"Πατέρα, στά χέρια σου παραδίνω τό πνεῦμα μου". Μόλις τό εἶπε αὐτό, ξεψύχησε» (Λουκ. 23,46) (σ. 180).

δ) «Ὅταν ὁ Ἰησοῦς γεύτηκε τό ξίδι εἶπε: "Ὅλα τώρα ἐκπλη­ρώθηκαν (ἤ, τέλειωσε)". Ἔγειρε τό κεφάλι καί παρέδωσε τό πνεῦμα» (Ἰω. 19,30) (σ. 229).

Ἀπό αὐτή τήν ἀναδρομή εὔκολα μπορεῖ κάποιος νά καταλήξει στό συμπέρασμα ὅτι δέν ὑπάρχει ὁμοφωνία ὡς πρός τήν ἀπόδοση τῶν λέξεων πνεῦμα καί ἐξέπνευσε μεταξύ τῶν ἑρμηνευτῶν. Ἀμφιταλαντεύονται ἤ καί διίστανται; Ἴσως. Ὡστόσο ἐδῶ στήν ἔκφραση τοῦ Ἰησοῦ «τό πνεῦμά μου», νομίζουμε, ἐπικρατεῖ μᾶλλον ἡ ἄποψη ὅτι ἐννοεῖ τήν ψυχή του, τή λογική καί ἀθάνατη ψυχή του.

Αὐτήν τήν ἐκδοχήν εὐνοεῖ καί ἐνισχύει καί τό χωρίο Πράξ. 7,59, ὅπου ἔχουμε τόν πρωτομάρτυρα Στέφανο λιθοβολούμενο νά λέει: «Κύριε Ἰησοῦ, δέξαι τό πνεῦμά μου». Καί λέει αὐτό παρ' ὅλο πού προηγουμένως οἱ Πράξεις μᾶς πληροφοροῦν γιά τό Στέφανο ὅτι: «Ὑπάρχων δέ πλήρης πνεύματος ἁγίου ἀτενίσας εἰς τόν οὐρανόν εἶδεν δόξαν Θεοῦ» (Πράξ. 7,55). Κανείς ὅμως, νομίζουμε, δέν μπορεῖ νά ἰσχυριστεῖ ὅτι μέ τό «δέξαι τό πνεῦμά μου» μιλάει γιά τό Ἅγιο Πνεῦμα καί ὅτι αὐτό τό Ἅγιο Πνεῦμα ἦταν δικό του. Προφανῶς πρόκειται περί τῆς πνευματεμφόρου ψυχῆς του, περί τῆς δικῆς του πνευματεμφόρου ψυχῆς.

Ἀλλά ἐκεῖνο πού ἰδιαιτέρως ἐνισχύει τήν ἄποψη περί τῆς ἁγίας ψυχῆς τοῦ Ἰησοῦ εἶναι τό χωρίο τοῦ Ἰωάννου, ἤ μᾶλλον οἱ ἑξῆς λόγοι τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου: «Διά τοῦτό με ὁ πατήρ ἀγαπᾷ ὅτι ἐγώ τίθημι τήν ψυχήν μου, ἵνα πάλιν λάβω αὐτήν. Οὐδείς αἴρει αὐτήν ἀπ' ἐμοῦ, ἀλλ' ἐγώ τίθημι αὐτήν ἀπ' ἐμαυτοῦ. Ἐξουσίαν ἔχω θεῖναι αὐτήν, καί ἐξουσίαν ἔχω πάλιν λαβεῖν αὐτήν· ταύτην τήν ἐντολήν ἔλαβον παρά τοῦ πατρός μου» (Ἰω. 10,17-18).

Σύμφωνα, λοιπόν, καί μέ αὐτούς τούς λόγους φαίνεται ὅτι, ὅταν ἐξέπνεε ὁ Ἰησοῦς, παρέδωσε τήν ἁγία Του ψυχή στόν Θεό Πατέρα Του. Ἀμέσως ὅμως καί «πάλιν» ἔλαβε αὐτήν, γιά νά κατέλθει στόν ᾍδη κατ' ἐντολήν τοῦ Πατρός Του καί πάλιν καί νά κηρύξει «ἐν πνεύματι» στά «ἐν φυλακῇ πνεύματα» (Α΄ Πέτρ. 3,18-19) τῶν ἀνθρώπων καί ἀκολούθως σέ τρεῖς μέρες νά ἀναστηθεῖ. Μέ τήν Ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ ἐπανῆλθε ἡ ἁγία καί λογική ψυχή του στό ἄφθαρτο σῶμα Του, ἀφοῦ προηγουμένως εἶχε ἐκπληρώσει καί τήν τριήμερη ἀποστολή Του στούς «ἐν φυλακῇ» τοῦ ᾍδη ὑπάρχοντες.

Στό σημεῖο αὐτό μποροῦμε νά παραθέσουμε καί μερικά ἀκόμη στοιχεῖα-μαρτυρίες: Ὁ Παν. Τρεμπέλας, ὁ ὁποῖος, ὅπως εἴδαμε, ἑρμηνεύει τό «πνεῦμα» μέ τό «ψυχή», ὑπομνηματίζοντας τό χωρίο τοῦ Λουκᾶ (23,46) μεταξύ ἄλλων σημειώνει, ἀκολουθῶντας παλαιότερους καί νεότερους ἑρμηνευτές: «Ἡ φράσις "εἰς χεῖράς σου παρατίθεμαι τό πνεῦμά μου" προέρχεται ἐκ τοῦ ψαλμ. λ (στίχ. 6)» (κατά τόν F. Godet). Καί προσθέτει: «Ἀξιόλογος καί ἡ παρατήρησις: "Καί παραθήκην τόν θάνατον ὠνόμασεν, ὡς πάλιν ληψόμενος τήν ψυχήν"» (ἀπό τόν Θεοφύλακτο Βουλγαρίας). Καί συνεχίζει: «Ἐδήλου γάρ τό παραθήσομαι, ὅτι πάλιν αὐτήν ἀπολήψεται» (ἀπό τόν Ὠριγένη). Καί συμπληρώνει: «Ἡ λέξις πνεῦμα δέν πρέπει νά νοηθῇ ὑπό τήν ἔννοιαν τῆς ζωτικῆς ἀρχῆς καί δυνάμεως, ἀλλ' ὑπό τήν ἔννοιαν τῆς λογικῆς καί ἀθανάτου ψυχῆς, ἥτις καί μετά τόν χωρισμόν ἀπό τοῦ σώματος ἐξακολουθεῖ ζῶσα (κατά τόν J. Owen)». Καί καταλήγει ὁ ἴδιος ὁ Παν. Τρεμπέλας: «Τό πνεῦμά μου, ὄχι ἁπλῶς καί μόνον τήν ζωήν μου, ἀλλ' οὔτε καί ἁπλῶς τήν ψυχήν μου· ἀλλά τάς ἀνωτέρας δυνάμεις τῆς ψυχῆς μου, τήν ὑψηλοτέραν ζωήν μου, τό λογικόν πνεῦμά μου»3.

Ἐν πάσῃ περιπτώσει καί ἐκτός τῶν ἀνωτέρω γενικότερα ὅτι ἡ λέξη πνεῦμα δέν ἔχει μόνο μία ἔννοια, καθίσταται ἐναργές καί ἀπό τά γνωστά μας χωρία Ρωμ. 8,9 καί Ρωμ. 8,16, ὅπου λέγεται: α) «Ὑμεῖς (οἱ χριστιανοί) δέ οὐκ ἐστέ ἐν σαρκί ἀλλά ἐν πνεύματι, εἴπερ πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν. Εἰ δέ τις πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὐκ ἔστιν αὐτοῦ» καί β) «Αὐτό τό πνεῦμα συμμαρτυρεῖ τῷ πνεύματι ἡμῶν ὅτι ἐσμέν τέκνα Θεοῦ».

Γιά τό «ἐν πνεύματι» τοῦ πρώτου χωρίου ὁ Παν. Τρεμπέλας παρατηρεῖ: «Οὐχί τό Ἅγιον Πνεῦμα, διότι τοῦτο εὐθύς ἀμέσως διακρίνεται ὡς Πνεῦμα Θεοῦ ἤ Χριστοῦ. (Καί σημαίνει τό "ἐν πνεύματι":) Ἤ τήν πνευματικήν ζωήν ὡς ἀποτέλεσμα τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἤ ὀρθότερον τάς ἀνωτέρας πνευματικάς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου, ὡς ἀποβαίνουσιν αὗται ὑπό τήν ἐπίδρασιν τοῦ Πνεύματος»4. Γιά δέ τό δεύτερο χωρίο σημειώνει: «Συμμαρτυρεῖ. Αἱ δύο μαρτυρίαι εἶναι (μία) ἡ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου καί ἡ (ἄλλη) τοῦ πνεύματος ἡμῶν»5. Ἔτσι γίνεται σαφής ἀντιδιαστολή μεταξύ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τοῦ δικοῦ μας πνεύματος.

Ἑπομένως τό χωρίο αὐτό τοῦ Λουκᾶ (23,46) δέν μπορεῖ νά ἑρμη­νευθεῖ, ὅπως χρησιμοποιεῖται στή «Διασάφησιν»: «Ἐπί τοῦ Σταυροῦ "παρατίθησι τό Πνεῦμα του" (τό Ἅγιον Πνεῦμα ὁ Ἰ. Χριστός) εἰς χεῖρας τοῦ Πατρός». Μέ ἄλλα λόγια: Συνεπῶς καί κατ' ἐπέκταση τό χωρίο αὐτό (Λουκ. 23,46) δέν μπορεῖ ἀσφαλῶς νά ἐνισχύσει τή θέση ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι καί τοῦ Υἱοῦ καί περαιτέρω τήν ἄποψη ὅτι ἐκπορεύεται καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ.

Στό σημεῖο αὐτό θά μπορούσαμε νά κάνουμε καί μία γενικότερη-συνοπτική παρατήρηση μετά ἀπό μία σχετική ἀναδρομή-ἀναζήτηση: Ὅτι τά παρατιθέμενα (στήν ἐν λόγῳ ἑλληνιστί «Διασάφησιν», σελ. 21) χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς (Λκ α΄ 35, Λκ γ΄ 21-22, Ἰωάν. α΄ 33, Μκ α΄ 12, Λκ δ΄ 1, Λκ δ΄ 14, Λκ ι΄ 21, Πρξ α΄ 2, Μθ ιβ΄ 28, Ἑβρ. θ΄ 14, Λκ κγ΄ 46, Α΄ Πετ. γ΄ 19, Ρωμ. η΄ 11, Ρωμ. α΄ 4) δέν προσφέρονται, τουλάχιστον ὅλα, ἀποφασι­στικῶς γιά τό σκοπό πού ἀναφέρονται. Δέν προσφέρονται τ.ἔ. γιά τή λύση τοῦ προβλήματος, ἐάν τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι τοῦ Υἱοῦ καί ἐάν ἐκπορεύεται ἤ προέρχεται καί ἐκ τοῦ Πατρός καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ. Καί τοῦτο, γιατί στά ἀνωτέρω ἀναφερόμενα χωρία ἡ λέξη πνεῦμα μπορεῖ νά ἔχει διάφορες ἔννοιες, ὅπως ψυχή λογική, δύναμις Θεοῦ, πνοή Θεοῦ, πνεῦμα Ἰ. Χριστοῦ, ἐνέργεια Ἁγίου Πνεύματος, ἀκόμη καί ζωή.

Χαρακτηριστικά εἶναι καί αὐτά πού γράφει ὁ καθηγητής Χρ. Βούλγαρης (Ὑπόμνημα εἰς τήν πρός Ἑβραίους Ἐπιστολήν, Ἀθῆναι 1993, σελ. 273-274), τά ὁποῖα παραθέτουμε ὡς ἐκ περισσοῦ κατωτέρω: «Ἡ ἔκφρασις "διά πνεύματος αἰωνίου" (τοῦ Ρωμ. 9,14) τυγχάνει δυσερμήνευτος (Βλ. τάς διαφόρους ἀπόψεις ἐν J. J. McGrath, Through the Eternal Spirit: An Historical study of the Exegesis of Hebrews 9,13-14, Rome 1961). Πολλοί νεώτεροι ἑρμηνευταί παραλληλίζουν τήν ἔκφρασιν πρός τό 7,16 "ζωῆς ἀκαταλύτου", τονίζοντες οὕτως ὅτι πρόκειται περί τοῦ προσωπικοῦ πνεύματος τοῦ Χριστοῦ, τῆς αἰωνίου πνευματικῆς αὐτοῦ φύσεως (Οὕτω καί οἱ Μακράκης, Τρεμπέλας), ὑπέρ τῆς ὁποίας συνηγο­ρεῖ καί τό ἄναρθρον ("διά πνεύματος"). Πατέρες τινές καί νεώτεροι ἑρμηνευταί (π.χ. Θεοδώρητος· "Πάντα γάρ εἶχε τοῦ θείου Πνεύματος τά χαρίσματα· καί ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ, κατά τόν θεῖον Ἰωάννην, ἡμεῖς πάντες ἐλάβομεν. Ἐπισημήνασθαι δέ προσήκει, ὡς αἰώνιον προσηγόρευσε τό θεῖον Πνεῦμα. Τό δέ αἰώνιον, οὐ κτιστόν. Τό γάρ αἰώνιον χρονικήν ἀρχήν οὐκ εἶχε τοῦ εἶναι") ἠννόησαν εἰς τήν φράσιν τήν ἐπενέργειαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀναμφιβόλως οὕτω πρέπει νά ἐννοήσωμεν ταύτην, δεδομένου ὅτι εἰς ἀναλόγους ἀρχεγόνους τύπους, ὡς ὁ παρών, περί τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ, εἰς τούς ὁποίους γίνεται μνεία τοῦ Πνεύματος χαρακτηριστική τυγχάνει ἡ ἔλλει­ψις ἀκριβείας (π.χ. Ρωμ. 1,4. Α΄ Κορ. 15,45. Α΄ Τιμ. 3,16. Α΄ Πέτ. 1,2. 3,18)».

Μέ ἀφορμή τήν τελευταία πρόταση-κατηγορία(;) τοῦ ἀνωτέρω παραθέματος «χαρακτηριστική τυγχάνει ἡ ἔλλειψις ἀκριβείας (π.χ. Ρωμ. 1,4. Α΄ Κορ. 15,45. Α΄ Τιμ. 3,16. Α΄ Πέτ. 1,2. 3,18)» θά εἴχαμε νά παρατηρήσουμε τά ἑξῆς:

α) Ὅτι μία λέξη στήν ἑλληνική γλώσσα μπορεῖ νά λάβει διάφορες ἔννοιες ἀναλόγως καί πρός τά συμφραζόμενα.

β) Παρ' ὅλο πού ἡ ἑλληνική γλώσσα εἶναι πλούσια καί περιλαμ­βάνει λέξεις πού ἀποδίδουν κατά μεγίστην κυριολεξία ἤ πληρότητα τά πράγματα καί τά νοήματα, ἐν τούτοις στά ὑπέρλογα καί δογματικά θέματα δέν φαίνεται τόσον ἐπαρκής μέ τίς μεμονωμένες λέξεις. Πρός τούτοις, γιά νά ἔχουμε καλή κατανόηση καί πληρέστερη ἀπόδοση τῶν ἀληθειῶν, μία σφαιρική γνώση, πρέπει νά λαμβάνονται ὑπ' ὄψη ὅλα τά σχετικά-παράλληλα χωρία καί οἱ συνώνυμες λέξεις, ὥστε νά ἀποδίδονται ὀρθῶς οἱ ἔννοιες τῶν σχετικῶν λέξεων τῆς Ἁγίας Γραφῆς.

γ) Ὅτι εἰδικῶς περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τῆς Ἁγίας Τριάδος ὀφείλουμε νά ἔχουμε ὑπ' ὄψη μας καί αὐτά πού παραθέσαμε στό προηγούμενο τμῆμα τῆς γνωμοδοτήσεως καί τά ὁποῖα παραλάβαμε ἀπό τούς Μεγάλο Βασίλειο, Ἰωάννη Χρυσόστομο, Κύριλλο Ἀλεξανδρείας, Θεοδώρητο Κύρου, Οἰκουμένιο Τρίκκης, Θεοφύλακτο Βουλγαρίας: Τ.ἔ. τί ἀναφέρεται στήν οὐσία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί τί στά πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, τίς ἰδιότητες καί τίς ἐνέργειες αὐτῶν.

Τελικῶς, πάντως καί συμπερασματικῶς θά πρέπει νά ἐπαναλά­βουμε ὅτι οὔτε στό χωρίο τοῦ Λουκᾶ (23,46), ἀλλά σέ ἄλλα χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς πρέπει νά στρέψουμε τήν ἔρευνά μας καί τήν προσοχή μας, γιά νά ἀναζητήσουμε ἔρεισμα ἤ ἐρείσματα τοῦ φλέγοντος θέματος τῆς ἐκπορεύσεως ἤ ἀκόμη καί τῆς προελεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Πρέπει νά συνεχιστεῖ ἡ ἀναζήτηση αὐτή καί ἔρευνα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὅπως ἐπίσης καί ἡ (παροῦσα) ἐξέταση καί μελέτη τῆς «Διασαφήσεως» γιά μεγαλύτερη προσέγγιση καί κατανόηση τῶν σχετικῶν προβλημάτων μέ τήν ἐλπίδα φυσικά τῆς ἐπιλύσεώς τους. Ἄλλωστε ὁ ἀπόστολος Παῦλος σχετικῶς μᾶς ὑπενθυμίζει καί ὑποδεικνύει ὅτι κατεργάζεται «ἡ δοκιμή ἐλπίδα· ἡ δέ ἐλπίς οὐ καταισχύνει» (Ρωμ. 5,4-5).

 

Ἐπίμετρον

Καί στό παρόν τμῆμα ἄς μᾶς ἐπιτραπεῖ νά προσθέσουμε καί τά ἑξῆς: Ἡ «Διασάφησις» (σελ. 21) λέει: «Τό Ἅγιον Πνεῦμα φανερώνει τόν Ἰησοῦν ὡς Υἱόν τοῦ Πατρός εἰς τήν βάπτισιν ἀναπαυόμενον ἐν αὐτῷ (βλ. Λκ γ΄ 21-22· Ἰωάν. α΄ 33)». Περί αὐτοῦ μᾶλλον δέν χρειάζεται ἰδιαίτερη μελέτη, γιατί ἔχουμε τήν ὁμοφωνία-ὁμοβροντία τῶν τεσσάρων Εὐαγγε­λίων, ὅπου ὁ Πατήρ μιλάει περί τοῦ Υἱοῦ Του:

α) Ἔτσι ὁ Ματθαῖος γράφει: «Βαπτισθείς δέ ὁ Ἰησοῦς εὐθύς ἀνέβη ἀπό τοῦ ὕδατος· καί ἰδού ἠνεῴχθησαν αὐτῷ οἱ οὐρανοί, καί εἶδε τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καταβαῖνον ὡσεί περιστεράν καί ἐρχόμενον ἐπ' αὐτόν· καί ἰδού φωνή ἐκ τῶν οὐρανῶν λέγουσα, οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα» (Ματθ. 3,16-17).

β) Ὁ Μᾶρκος γράφει: «Καί ἐγένετο ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις ἦλθεν Ἰησοῦς ἀπό Ναζαρέτ τῆς Γαλιλαίας καί ἐβαπτίσθη εἰς τόν Ἰορδάνην ὑπό Ἰωάννου. Καί εὐθύς ἀναβαίνων ἐκ τοῦ ὕδατος εἶδε σχιζομένους τούς οὐρανούς καί τό πνεῦμα ὡς περιστεράν καταβαῖνον εἰς αὐτόν· καί φωνή ἐγένετο ἐκ τῶν οὐρανῶν· σύ εἶ ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν σοί εὐδόκησα» (Μάρκ. 1,9-10).

γ) Ὁ Λουκᾶς γράφει: «Ἐγένετο δέ ἐν τῷ βαπτισθῆναι ἅπαντα τόν λαόν καί Ἰησοῦ βαπτισθέντος καί προσευχομένου ἀνεῳχθῆναι τόν οὐρα­νόν καί καταβῆναι τό πνεῦμα τό ἅγιον σωματικῷ εἴδει ὡς περιστεράν ἐπ' αὐτόν, καί φωνήν ἐξ οὐρανοῦ γενέσθαι· σύ εἶ ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν σοί εὐδόκησα» (Λουκ. 3,21-22).

δ) Πρβλ. Ἰω. 1,30-34: «Οὗτός ἐστιν ὑπέρ οὗ ἐγώ εἶπον· ὀπίσω μου ἔρχεται ἀνήρ ὅς ἔμπροσθέν μου γέγονεν, ὅτι πρῶτός μου ἦν. Κἀγώ οὐκ ᾔδειν αὐτόν, ἀλλ' ἵνα φανερωθῇ τῷ Ἰσραήλ, διά τοῦτο ἦλθον ἐγώ ἐν ὕδατι βαπτίζων. Καί ἐμαρτύρησεν Ἰωάννης λέγων ὅτι τεθέαμαι τό πνεῦμα καταβαῖνον ὡς περιστεράν ἐξ οὐρανοῦ καί ἔμεινεν ἐπ' αὐτόν. Κἀγώ οὐκ ᾔδειν αὐτόν, ἀλλ' ὁ πέμψας με βαπτίζειν ἐν ὕδατι ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἐφ' ὅν ἄν ἴδῃς τό πνεῦμα καταβαῖνον καί μένον ἐπ' αὐτόν, οὗτός ἐστιν ὁ βαπτίζων ἐν πνεύματι ἁγίῳ. Κἀγώ ἑώρακα καί μεμαρτύρηκα ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱός τοῦ θεοῦ».

Γιά νά ἀκριβολογοῦμε λοιπόν, πρέπει νά ποῦμε ὅτι ὁ Θεός-Πατήρ ἐφανέρωσε τόν Ἰησοῦν Χριστόν ὡς Υἱόν του ἀγαπητόν.

 

Παναγιώτης Ἰ. Μπούμης

Ὁμότ. Καθηγητής Παν/μίου Ἀθηνῶν

 

Περιοδικὸ Ἐκκλησία, Ἀπρίλιος 2012 (ἔτ. ΠΘ΄, τεῡχ. 4, σελ. 211-215)

 

 

1 Περισσότερα βλ. Παν. Ἰ. Μπούμη, «Τό Πνεῦμα τοῦ Πατρός ("Τό ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον")», Ἐκκλησία ΠΗ΄ (2011) 775 ἑξ.

2 Ἐφημ. Ὀρθόδοξος Τύπος, τῆς 5-11-2011, σελ. 8.

3 Παν. Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα εἰς τό κατά Λουκᾶν Εὐαγγέλιον, Ἀθῆναι 1952, σελ. 648-649.

4 Ὑπόμνημα εἰς τάς ἐπιστολάς τῆς Καινῆς Διαθήκης, τόμ. Α΄, Ἀθῆναι 19562, σελ. 121.

5 Ὅπ. παρ., σελ. 124.