6. Χριστιανικοὶ τομεῖς Θέματα πίστεως (δογματικά, συμβολικὰ κ.λπ.) Παναγιώτου Μπούμη, Τό Πνεῦμα τοῦ Πατρός – Ε΄

 

Τό Πνεῦμα τοῦ Πατρός (καί τοῦ Υἱοῦ) — Ε΄

 

Προτάσεις-Διαδικασία γιά μιά συμφωνία Ἀνατολῆς-Δύσεως

 

 

Α΄

 

Σέ προηγούμενο (τό Γ΄) Τμῆμα τῆς παρούσης μελέτης-γνωμοδο­τήσεως ἐπί τοῦ κειμένου τῆς «Διασαφήσεως» τοῦ Ποντιφικοῦ Συμβου­λίου σημειώσαμε ὁρισμένα εὐοίωνα σημεῖα, ἤ ἄλλιῶς θετικά βήματα, γιά τήν πρόοδο τοῦ διαλόγου μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν. Διαπιστώσαμε ἐκεῖ ὅτι γίνεται δεκτή καί ἐκ μέρους τῶν Ρωμαιοκαθο­λικῶν ἡ διαφορά μεταξύ τῶν ρημάτων· τοῦ εἰδικότερου ἐκπορεύεσθαι καί τοῦ γενικότερου προϊέναιprocedere. Ἐπίσης ἐπισημάνθηκε τό γεγο­νός ὅτι σέ ρωμαιοκαθολικῆς τάσεως ναούς (οὐνιτικούς), ὅταν γίνεται ἐκφώνηση τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως στά ἑλληνικά, δέν προστίθεται τό Filioque στό κείμενο τῆς Α΄ καί Β΄ Οἰκουμ. Συνόδου.

Ἐξ ἄλλου ἀποτυπώσαμε μία ὀρθή καί θαρραλέα ὁμολογία τοῦ ἁρμόδιου Ποντιφικοῦ Συμβουλίου, στήν ὁποία διακηρύσσεται (σελ. 10): «Ὅπως ἡ λατινική βίβλος (Vulgata καί αἱ προηγούμεναι μεταφράσεις) εἶχε μεταφράσει [τό] Ἰωάν. ιε΄, 26 (παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται) μέ "qui a Patre procedit", οἱ Λατῖνοι μετέφρασαν τό ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευό­μενον τοῦ Συμβόλου τῆς Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως μέ "ex Patre procedentem" (Mansi VII, 112B). Οὕτως, εἰς τόν λόγον τῆς αἰωνίας ἀρχῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐξισοῦτο ἐσφαλμένως ἀλλ' ἀκουσίως ἡ περί ἐκπο­ρεύσεως ἀνατολική θεολογία καί ἡ περί processio δυτική». Αὐτή ἡ ὁμο­λογία, νομίζουμε, ἀποτελεῖ μία ἔμμεση, ἀλλά σοβαρή διαπίστωση ὅτι τό χωρίο Ἰω. 15,26 δέν ἔχει μεταφραστεῖ ὀρθῶς στά λατινικά.

Περαιτέρω ὡστόσο νομίζουμε ὅτι δέν ἀρκεῖ αὐτή ἡ ἐπίσημη θεωρη­τική-ἐπιστημονική ἐπισήμανση τοῦ ἀκουσίου σφάλματος, ἀλλά εἶναι ἀπαραίτητη καί ἡ τυπογραφική διόρθωση τοῦ λάθους στά ἐκδιδόμενα βιβλικά κείμενα, ὥστε νά διαβάζουν καί διδάσκονται ὀρθῶς καί οἱ πιστοί τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας. Σήμερα δηλαδή μετά τούς πολυχρό­νιους καί πολύμοχθους θεολογικούς διαλόγους καί τίς σχετικές ἐπιστημο­νικές προόδους πρέπει νά πραγματοποιηθεῖ μία ἀναθεώρηση, τ.ἔ. βελ­τίωση, τῆς μεταφράσεως τοῦ ἐδαφίου Ἰω. 15,26 στή λατινική γλώσσα, κα­θώς καί στίς ἐξαρτημένες ἀπό αὐτή γλῶσσες, τόσο στήν Ἁγία Γραφή ὅσο καί στά ἐκκλησιαστικά ἤ θεολογικά κείμενα, τά ὁποῖα παραθέτουν ἤ χρησιμοποιοῦν τό ἐν λόγῳ ἐδάφιο.

Ἤδη σέ μία μετάφραση στά Λατινικά τῆς Ἁγίας Γραφῆς πού ἔχουμε ὑπ' ὄψη μας (Novum Testamentum, ὑπό Theodori Bezae, Londini 1965, σελ. 247, Impressa Cantabrigiae A.D. 1642) τό χωρίο τοῦ Ἰω. 15,26 ἔχει μεταφραστεῖ ὡς ἑξῆς: «Quum autem venerit advocatus ille, quem ego mittam vobis a Patre, Spiritus, inquam, ille veritatis, qui a Patri emanat, ille testabitur de me». Πράγματι τό ρῆμα emano-emanare ἀντιστοιχεῖ καλ­λίτερα στό ἑλληνικό ἐκπορεύεσθαι, ἐνῶ τό procedo-procedere συστοιχεῖ καλλίτερα στό προϊέναι, προέρχεσθαι. Ἔτσι θά μποροῦσε κατά πρῶτον τό procedo νά ἀντικατασταθεῖ στό Ἰω. 15,26 μέ τό emano, πού στά λατινικά σημαίνει ἐκβλύω, ἐκρέω, ἀναφύομαι, λαμβάνω ἀρχή (Πρβλ. Στ. Κουμανούδη, Λεξικόν Λατινοελληνικόν, Ἀθῆναι 1962). Ἐπίσης κατ' ἀναλογίαν (καί ὡς παράδειγμα) καί στίς γερμανικές μεταφράσεις ἀντί τοῦ ausgehen (ausgehet[1] ausgeht[2]), πού σημαίνει ἐξέρχομαι, βγαίνω, ἤ τοῦ kommen (kommt vom Vater)[3], πού σημαίνει ἔρχομαι, προτιμότερο θά ἦταν νά χρησιμοποιεῖται ἕνα ἀπό τά ρήματα entspringen, abstammen, entstammen, quellen.

Μέ ἀφορμή μάλιστα τή μετάφραση τοῦ ἐκπορεύεσθαι μέ τό kommen τῆς ἀνωτέρω «δυναμικῆς» γερμανικῆς ἐκδόσεως θά μπορούσαμε νά ἐπαναλάβουμε κι ἐδῶ καί σάν συμπέρασμα τῆς μέχρι τώρα προηγη­θείσας ἔρευνας καί τίς ἑξῆς διευκρινίσεις :

1) Ὅτι τό ἐκπορεύεσθαι (καί τό emanare) σημαίνει γενικῶς τήν ἀρχή, τήν αἰτία καί ἀφετηρία, τήν πηγή, ἀλλά ὄχι καί κατεύθυνση. Θά λέγαμε μάλιστα ὅτι, ὅπως τό γεννᾶσθαι δέν ἔχει συγκεκριμένη κατεύθυν­ση, ἔτσι καί τό ἐκπορεύεσθαι δέν προσδιορίζει κάτι τέτοιο.

2) Ἀντιθέτως τό προϊέναι (προέρχεσθαι καί procedere) σημαίνει καί προέλευση, ἀλλά σημαίνει καί κατεύθυνση, ἤ καλλίτερα δέν σημαίνει τόσο τήν ἀρχή του (τοῦ Ἁγίου Πνεύματος) καί τήν πηγή του, ὅσο τόν ἐρχομό καί πρός ἐμᾶς (= ἔρχεται – kommen), καθώς καί τήν πρός ἐμᾶς κατεύθυνσή του.

Ἴσως πρέπει ἐδῶ νά κάνουμε συμπληρωματικῶς καί συμπερα­σματικῶς μερικές ἀκόμη νοηματικές προσεγγίσεις στά δύο ρήματα ἐκπο­ρεύεσθαι καί προϊέναι (= προέρχεσθαι) καί τό ἀντίστοιχο procedere, οἱ ὁποῖες εἶναι δυνατόν νά διευκολύνουν καί τίς ἀνάλογες θεολογικές τοπο­θετήσεις:

Τό ἐκπορεύεσθαι ἐννοεῖ τήν πηγή, τήν ἀρχή, τήν αἰτία, τό πηγάζειν (ὄχι τόσο τόν ἐρχομό)· τ.ἔ. μιλάει γιά τήν προαιώνιο, πηγαία, ἀρχική προέλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τήν πρό καί τῆς Πεντηκοστῆς. Γι' αὐτό καί στό Σύμβολο τῆς Πίστεως γίνεται λόγος γιά τήν ἐνέργειά Του διά τῶν προφητῶν («τό λαλῆσαν διά τῶν προφητῶν») καί ὄχι διά τῶν ἀποστό­λων καί ἁγίων χριστιανῶν. Αὐτό παραλείπεται. Καί αὐτό τό γεγονός δέν εἶναι ἄνευ σημασίας γιά ἕνα μελετητή. Αὐτό δηλαδή μᾶς ἀναγκάζει ἤ μᾶλλον μᾶς βοηθάει νά ἐννοήσουμε καλλίτερα τό ἐκπορεύεσθαι. Νά περιοριστοῦμε στήν εἰδική καί δική του ἔννοια.

Ἀντιθέτως τό προϊέναι-προέρχεσθαι δέν ἀναφέρεται τόσο στήν πηγή, στήν ἀρχική καί πηγαία προέλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅσο στή μετά ταῦτα διαδρομή του (-ιέναι) καί τόν ἐρχομό του πρός ἐμᾶς. Τονίζεται τό ἔρχεσθαι, τό ἔρχεσθαι σέ μᾶς. Καί τό ἀντίστοιχο procedere πάλι μιλάει γιά μία διαδρομή, γιά μία διαδικασία (Prozess) πρός μία κατεύθυνση καί ἕνα ἀποτέλεσμα. Γι' αὐτό τό προέρχεσθαι-προϊέναι ὡς καί τό ἀντίστοιχο procedere εἶναι καταλληλότερα γιά τήν μετά τήν Πεντηκοστή περίοδο, ὁπότε τό Ἅγιο Πνεῦμα καί κατῆλθε στούς Ἀποστόλους καί ἦλθε καί «ἐπεδήμησε» στήν Ἐκκλησία.

 

Β΄

 

Ἐν συνεχείᾳ ἐρχόμαστε στό ἑξῆς ζήτημα: Ἄς ὑποθέσουμε, λοιπόν, ὅτι πραγματοποιοῦνται οἱ ἀπαραίτητες διορθώσεις στήν Καινή Διαθήκη τῆς λατινικῆς μεταφράσεως-ἐκδόσεως, ὅπως καί τῶν ἄλλων μεταφράσεων στίς διάφορες γλῶσσες. Ὡστόσο τίθεται σειρά δικαιολογημένων ἐρωτη­μάτων: Ἀρκεῖ αὐτό γιά μιά πλήρη συνεννόηση, προσέγγιση καί ἑνότητα τῶν χριστιανῶν Ἀνατολῆς καί Δύσεως; Τί θά γίνει μέ τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, τό ὁποῖο πρέπει νά εἶναι ἕνα ἑνωτικό στοιχεῖο; Θά ἀρκεῖ καί ἐκεῖ μία ἀντικατάσταση τοῦ procedentum μέ τό emanantum μέ μία πα­ράλληλη ἀπάλειψη τοῦ Filioque ἀπό τή λατινική ἔκδοση καί τίς ἀνάλογες ἀλλόγλωσσες ἐκδόσεις; Θά ἱκανοποιεῖ καί θά ἐπαναπαύει τό πλήρωμα τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας – χωρίς νά ἀποκλείεται καί αὐτοῦ ἤ τμήματος τῆς Ἀνατολικῆς; Δέν θά φέρει μία τουλάχιστον ἀναστάτωση στό πλήρωμα τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας, στίς συνειδήσεις καί τίς συνήθειες τῶν πιστῶν της; Μήπως τό πλήρωμά της ἀπαιτήσει ἀπό μέρους τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἡγεσίας πειστικές ἐξηγήσεις γιά τήν ἀλλαγή τῆς μέχρι τοῦδε πολυχρόνιας θέσεως καί στάσεώς της καί τίς λειτουργικές συνήθειές της μέ τόν κίνδυνο ἀπώλειας τῆς ἐμπιστοσύνης του πρός αὐτήν; Μήπως ἔχουμε (ἔχει) ἔγερση διαφωνιῶν ἤ καί ἐξεγέρσεις καί ἀποσκιρτήσεις ἀπό αὐτήν; Διαβλέπουμε δηλαδή καί πιθανές ἀδιεξόδους τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς ἡγεσίας, ἀλλά καί ἀπαραίτητες ἀναζητήσεις μιᾶς διεξόδου.

Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά δέν μποροῦμε ἐπίσης νά παραβλέψουμε καί τίς προσπάθειες τῆς Ἀνατολικῆς ἐκκλησιαστικῆς ἡγεσίας στή διαφώτιση τοῦ πληρώματος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καί τή διατήρησή του μέσα στούς κόλπους της. Αὐτό διαφαίνεται καί ἀπό τήν ἔκδοση διαφόρων ὁμολογιακῶν «Τόμων» ἤ ἐγκυκλίων, ὅπως καί ἀπό τή σύγκληση σχετι­κῶν Συνόδων. Μήν ἰσχυριστεῖ κάποιος ὅτι ἡ ἀφειδής παράθεση πατε­ρικῶν γνωμῶν σ' αὐτές, ὅπως ἐπίσης καί ἡ μεγάλη ἔκταση τῶν Τόμων τῶν ἐν λόγῳ Συνόδων ἤ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐγκυκλίων δέν εἶναι μία ἐκδήλωση καί ἀπό τήν πλευρά της, ἔστω ἀσυνειδήτως, ἀναζητήσεως ἤ ἐμπεδώσεως τοῦ ὀρθοῦ. Μήν ἀντιτείνει ὅτι δέν διαφαίνεται μιά ἔντονη ποιμαντική μέριμνα γιά τήν ὀρθή καί ἀκριβή διατύπωση τῆς ἀλήθειας καί τή διαφύλαξη τῶν χριστιανῶν ἀπό ἐσφαλμένες διαδόσεις καί ἐντυ­πώσεις καί παρεκκλίσεις καί ἀποχωρήσεις ἤ ἀπομακρύνσεις αὐτῶν ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Παρακάτω παραθέτουμε χαρακτηριστικά τμήματα ἀπό τά κείμενα τῶν ἐν λόγῳ Τόμων ὁμολογιῶν-ἐγκυκλίων πού ὑποδηλώνουν μιά τέτοια ἀναζήτηση ἤ ὑποδεικνύουν μιά ἀνάλογη λύση ἤ ἔστω προσπάθεια (ἐφ' ὅσον μάλιστα δέν εἶναι οἰκουμενικά-τελεσίδικα κείμενα) διατυπώσεως, διαφυλάξεως καί διαδόσεως τῆς ἀλήθειας:

1) Ἀπό τόν Τόμο τῆς Συνόδου τοῦ 1351 ἔχουμε: «Ὁ δέ Κύριος ἡμῶν καί Θεός ἐν τῷ κατά Ἰωάννην ἁγίῳ εὐαγγελίῳ, "ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, φησίν, καθώς εἶπεν ἡ Γραφή, ποταμοί ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ῥεύσουσιν ὕδατος ζῶντος. Τοῦτο δέ εἶπε περί τοῦ Πνεύματος, οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν. Οὔπω γάρ ἦν Πνεῦμα ἅγιον, ὅτι Ἰησοῦς οὐδέ­πω ἐδοξάσθη". Ὅπερ ὁ θεῖος Χρυσόστομος ἐξηγούμενος, "ποταμοί, φησίν, ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ῥεύσουσιν, τό δαψιλές καί ἄφθονον τῆς χάριτος αἰνιττόμενος... Καί μετά τινα ὁ αὐτός· "οὐκέτι προφήτης παρ' αὐτοῖς ἦν, οὐδέ ἐπώπτευεν αὐτῶν τά ἅγια ἡ χάρις· ἐπεί οὖν ἀνέσταλται μέν τό Πνεῦμα τό ἅγιον, ἔμελλε δέ λοιπόν ἐκχεῖσθαι δαψιλῶς, ταύτης δέ τῆς διανομῆς ἀρχή μετά τόν σταυρόν ἐγένετο, οὐ μόνον δαψιλείας, ἀλλά καί μειζόνων χαρισμάτων· καί γάρ θαυμαστοτέρα ἦν ἡ δωρεά, ὡς ὅταν λέγῃ, “οὐκ οἴδατε ποίου Πνεύματός ἐστε”. Καί πάλιν· “οὐ γάρ ἐλάβετε Πνεῦμα δουλείας, ἀλλ' ἐλάβετε Πνεῦμα υἱοθεσίας”. Καί γάρ καί οἱ παλαιοί, καί αὐτοί μέν Πνεῦμα εἶχον, ἄλλοις δέ οὐ παρεῖχον· οἱ δέ ἀπόστολοι μυριά­δας ἐνέπλησαν. Ἐπεί οὖν ταύτην ἔμελλον λαμβάνειν τήν χάριν, οὔπω δέ ἦν δοθεῖσα, διά τοῦτό φησιν “οὔπω ἦν Πνεῦμα ἅγιον”, τουτέστι δοθέν, “ἐπεί Ἰησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη”, δόξαν καλῶν τόν σταυρόν"»[4].

2) Ἀπό τήν Ὁμολογία τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ ξεχωρίζουμε: «Τότε δέ πρός τόν Πατέρα ἀνελθών ἔπεμψεν ἐπί τούς ἁγίους αὐτοῦ μαθητάς καί ἀποστόλους τό Πνεῦμα τό ἅγιον, ὅ παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται· συνάναρχον μέν ὄν τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῷ, ὡς ἄχρονον, οὐκ ἄναρχον δέ, ὡς καί αὐτό ῥίζαν καί πηγήν καί αἰτίαν ἔχον τόν Πατέρα, οὐχ ὡς γεννητόν, ἀλλ' ὡς ἐκπορευτόν· ἐκ Πατρός γάρ καί αὐτό πρό πάντων τῶν αἰώνων ἀρρεύστως καί ἀπαθῶς, οὐ γεννητῶς, ἀλλ' ἐκπορευτῶς προῆλθεν, ἀδιαίρετον ὄν τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ, ὡς ἐκ τοῦ Πατρός προερχόμενον καί ἐν Υἱῷ ἀναπαυόμενον, ἀσύγχυτον καί τήν ἕνωσιν ἔχον, καί ἀμέριστον τήν διαίρεσιν. Θεός ὄν καί αὐτό ἐκ τοῦ Θεοῦ, οὐκ ἄλλος μέν καθ' ὅ Θεός, ἄλλος δέ καθ' ὅ Παράκλητος, Πνεῦμα αὐθυπόστατον, ἐκ Πατρός ἐκπορευόμενον καί δι' Υἱοῦ πεμπόμενον, τουτέστι φανερούμενον, αἴτιον καί αὐτό τῶν γεγονό­των πάντων, ὡς ἐν αὐτῷ τετελεσιουργημένων· τό αὐτό καί ὁμότιμον Πατρί τε καί Υἱῷ, χωρίς τῆς ἀγεννησίας καί τῆς γεννήσεως. Ἐπέμφθη δέ παρά τοῦ Υἱοῦ πρός τούς οἰκείους μαθητάς, τουτέστι πεφανέρωται. Πῶς γάρ ἄν ἄλλως παρ' αὐτοῦ πεμφθείη τό μή χωριζόμενον αὐτοῦ; Πῶς δ' ἄν ἄλλως ἔλθοι μοι τό ὑπάρχον πανταχοῦ; Διό μή μόνον παρά τοῦ Υἱοῦ, ἀλλά καί παρά τοῦ Πατρός καί διά τοῦ Υἱοῦ πέμπεται, καί παρ' ἑαυτοῦ ἔρχεται φανερούμενον. Κοινόν γάρ ἔργον ἡ ἀποστολή, δηλονότι ἡ φανέρωσις τοῦ Πνεύματος. Φανεροῦται δέ οὐ κατά τήν οὐσίαν, οὐδείς γάρ ποτε Θεοῦ φύσιν ἤ εἶδεν ἤ ἐξηγόρευσεν, ἀλλά κατά τήν χάριν καί τήν δύναμιν καί τήν ἐνέργειαν, ἥτις κοινή ἐστι Πατρός καί Υἱοῦ καί Πνεύματος»[5].

3) Ἀπό τοῦ ἁγιωτάτου μητροπολίτου Ἐφέσου, κυρίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, Ὁμολογία τῆς ὀρθῆς πίστεως, ἐκτεθεῖσα ἐν Φλωρεντίᾳ κατά τήν πρός Λατίνους γενομένην σύνοδον ἔχουμε: «Ἐγώ τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι δόγμασιν ἐντραφείς εὐσεβέσι καί τῇ ἁγίᾳ καί καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ διά πάντων ἑπόμενος, πιστεύω καί ὁμολογῶ τόν Θεόν καί Πατέρα μόνον ἄναρχον καί ἀναίτιον, πηγήν δέ καί αἰτίαν τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Πνεύματος· ὅ τε γάρ Υἱός ἐξ αὐτοῦ γεγέννηται καί τό Πνεῦμα ἐξ αὐτοῦ ἐκπορεύεται, μηδέν τοῦ Υἱοῦ συμβαλλομένου πρός τήν ἐκπόρευσιν, ὥσπερ οὐδέ τοῦ Πνεύματος πρός τήν γέννησιν, ἤ κατά τό ἅμα τάς προόδους εἶναι καί σύν ἀλλήλαις, ὡς οἱ θεολόγοι Πατέρες διδάσκουσι· διά τοῦτο γάρ καί τό Πνεῦμα τό ἅγιον ἐκπορεύεσθαι "δι' Υἱοῦ" λέγεται, τουτέστι μετά τοῦ Υἱοῦ καί ὡς ὁ Υἱός, εἰ καί μή γεννητῶς ὡς ἐκεῖνος· ὁ δέ Υἱός οὐ λέγεται γεννᾶσθαι διά τοῦ Πνεύματος, διά τό σχετικόν εἶναι τό τοῦ Υἱοῦ ὄνομα, ἵνα μή δόξῃ υἱός εἶναι τοῦ Πνεύματος. Ἐντεῦθεν καί Πνεῦμα μέν Υἱοῦ λέγεται διά τό κατά φύσιν οἰκεῖον καί τό δι' αὐτοῦ πεφηνέναι καί δίδοσθαι τοῖς ἀνθρώποις· ὁ δέ Υἱός τοῦ Πνεύματος οὔτε ἔστιν οὔτε λέγεται, κατά τόν Νύσσης Γρηγόριον [...] καί ἐν ἄλλοις· "τόν Υἱόν οὐ λέγομεν αἴτιον οὐδέ πατέρα", καί ἐν ἄλλοις· "ὅσα ἁρμόζει πηγῇ, αἰτίᾳ, γεννήτορι, τῷ Πατρί μόνῳ προσαρμοστέα"· –οὐκ ἄν ὁ θεολογικώτατος οὗτος Δαμασκηνός τήν "διά" τιθείς ἐπί τοῦ Υἱοῦ, τήν "ἐκ" ἀπηγόρευσεν, ἐν μέν τῷ ὀγδόῳ τῶν Θεολογικῶν λέγων· "ἐκ τοῦ Υἱοῦ τό Πνεῦμα οὐ λέγομεν, Πνεῦμα δέ Υἱοῦ ὀνομάζομεν καί δι' Υἱοῦ φανεροῦσθαι καί μεταδίδοσθαι ἡμῖν ὁμολογοῦμεν"· [...] ἐν δέ τῷ εἰς τήν θεόσωμον ταφήν τοῦ Κυρίου λόγῳ· "Πνεῦμα ἅγιον τοῦ Θεοῦ καί Πατρός, ὡς ἐξ αὐτοῦ ἐκπορευόμενον, ὅπερ καί τοῦ Υἱοῦ εἶναι λέγεται, ὡς δι' αὐτοῦ φανερού­μενον καί τῇ κτίσει μεταδιδόμενον, ἀλλ' οὐκ ἐξ αὐτοῦ ἔχον τήν ὕπαρ­ξιν"»[6].

Δέν παραβλέπουμε λοιπόν καί τούς πιθανούς ἐνδοιασμούς ἤ καί τίς ἀδιεξόδους τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά διαβλέπουμε καί τή μέριμνα τῆς Ὀρθόδοξης ἐκκλησιαστικῆς ἡγεσίας στήν προσφορά τῆς ἀλήθειας. Πάντως καί τά δύο μαρτυροῦν ὄχι μόνο μία ἀναζήτηση, ἀλλά καί μία προετοιμασία τοῦ ἐδάφους καί τοῦ κλίματος γιά μιά ἀκόμη καί συνοδική συνεργασία μεταξύ Ἀνατολῆς-Δύσεως.

Θά μποροῦσε λοιπόν ἡ Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία διά μέσου τοῦ Πάπα:

α) Νά ζητήσει καί ἀπό (τήν) ἀντίστοιχη συνοδική ἐπιτροπή τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας κάτι ἀνάλογο μέ αὐτό πού ζήτησε ἀπό τό Ποντιφικό Συμβούλιο.

β) Νά ζητήσει ἐν καιρῷ τή σύγκληση μιᾶς Οἰκουμενικῆς Συνόδου πρός συζήτηση ἤ καί διατύπωση κειμένου, Ὅρου ἤ ἄρθρου, «γιά τήν μετά τήν Πεντηκοστή ἔλευση δαψιλῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», ἐφ' ὅσον ἄλλωστε στό Σύμβολο τῆς Πίστεως ὑπάρχει ἔλλειψη περί αὐτοῦ, τουλά­χιστον φαινομενικῶς.

γ) Ἴσως, ἐάν δέν εὐοδοῦται ἤ καθυστερεῖ νά πραγματοποιηθεῖ τό αἴτημα αὐτό, νά προτείνει στήν Ἀνατολή προηγουμένως τή σύγκληση π.χ. μιᾶς Πανορθόδοξης Συνόδου γιά τόν ἐπίσημο καθορισμό καί τήν ἀντιδιαστολή μεταξύ ἐκπορεύεσθαι καί προϊέναι-προέρχεσθαι (procede­re), καθώς καί τή σύνταξη ἑνός σχετικοῦ συντόμου-περιεκτικοῦ κειμένου-ἄρθρου.

Ἔτσι θά ὑπάρχει καί δογματικό θέμα νά ἀσχοληθεῖ ἡ Πανορθόδοξη Σύνοδος, καθώς θά ἀποκτήσει καί βασικό νόημα συγκλήσεώς της. Ἴσως αὐτό σημαίνει ἤ περιμένει καί ἡ συνεχής ἀναβολή τῆς συγκλήσεως τῆς Πανορθόδοξης Συνόδου, ἡ ὁποία τόσα χρόνια (συ)ζητεῖται καί ἀκόμη δέν πραγματοποιεῖται.   Βεβαίως κοντά σ' αὐτήν τήν αἰτία τῆς συνεχοῦς ἀναβολῆς, καθ' ἡμᾶς, ὑποκρύπτεται καί τό δίλημμα ἐκεῖνο πού εἴχαμε γράψει ἄλλοτε στά περιοδικά «Ἐπίσκεψις» καί «Στῦλος Ὀρθοδοξίας». Ὅτι δηλ. ἡ μή πραγματοποίηση ὀφείλεται καί στό ἑξῆς δίλημμα: Ἄν ἡ Πανορθόδοξη Σύνοδος θεωρήσει ἑαυτήν Οἰκουμενική, τότε de facto θεωρεῖ τούς Ρωμαιοκαθολικούς ἐκτός Ἐκκλησίας. Ἐάν θεωρήσει ἑαυτήν τοπική, τότε δέν μπορεῖ νά ἀπαιτήσει τό ἀλάθητο.

Στή συνέχεια μπορεῖ νά ἀποδεχτεῖ καί ἡ Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία τίς σχετικές ἀποφάσεις ἤ προτάσεις τῆς Πανορθόδοξης Συνόδου, ὥστε νά καταστοῦν οἰκουμενικές, κοινό κτῆμα τῆς Ἀνατολῆς καί τῆς Δύσεως, καί βάση ἑνότητάς τους.

Σημείωση 1: Περισσότερα ἐπ' αὐτῶν ἔχουμε περιλάβει καί περιγρά­ψει σέ παλαιότερες μελέτες μας μέ ἀφορμή τήν ἄρση τῶν ἀναθεμάτων Ρώμης-Κωνσταντινουπόλεως τό ἔτος 1965. Πρβλ. ἰδίως τή μελέτη μας Διά μίαν κανονικήν πορείαν ἑνότητος (βάσει τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν τοῦ πολιτεύματος τῆς Ἐκκλησίας), Μελέτη Βιβλική-Κανονική, Ἀθῆναι 1992.

Σημείωση 2: Εἴχαμε γράψει τά ἀνωτέρω, ὅταν περιῆλθε στά χέρια μας ἡ χριστιανική ἐφημερίδα «Ὀρθόδοξος Τύπος» (τῆς 2-3-2012), στήν πρώτη σελίδα τῆς ὁποίας μέ κεφαλαῖα μεγάλα γράμματα ἀναφέρεται τό ἑξῆς: «Βατικανόν: Ὅλαι αἱ ἐλπίδες διά τήν προώθησιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἰς τήν Πανορθόδοξον Σύνοδον». Στό σχετικό ἄρθρο, ὅπως ἀναφέρει ἡ ἐν λόγῳ ἐφημερίδα, «ὁ ὑπεύθυνος διά τήν Ἑνότητα τῶν "Ἐκκλησιῶν" τοῦ Βατικανοῦ, Καρδινάλιος Κούρτ Κόχ» παραχώρησε συνέντευξη σέ Ὁλ­λανδική ἰστοσελίδα, ἡ ὁποία ἀναμεταδόθηκε καί ἀπό τά Ρωμαιοκα­θολικά Νέα.net καί Rknieuws.net. Σ' αὐτά τά ἐπικοινωνιακά μέσα «ὁμο­λογεῖ» ὁ καρδινάλιος Κόχ, ὅπως γράφει ἡ ἐφημερίδα, τά ἑξῆς: «Ἡ Διεθνής Μεικτή Ἐπιτροπή τῆς Καθολικῆς καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔφθασε σέ ἕνα πολύ δύσκολο σημεῖο. Τοῦτο εἶπε ὁ Ἑλβετός Καρδινάλιος Kurt Koch, πρόεδρος τοῦ Ποντιφικοῦ Συμβουλίου γιά τήν Προώθηση τῆς Ἑνότητας τῶν Χριστιανῶν, σέ συνέντευξή του στό πρακτορεῖο εἰδήσεων SIR. Σύμφωνα μέ τόν καρδινάλιο, ὁ θεολογικός διάλογος μεταξύ τῶν δύο χριστιανικῶν ὁμολογιῶν μόνο μπορεῖ νά προωθηθεῖ ἄν λάβει χώρα μία Πανορθόδοξος Σύνοδος». Καί ἐπανέλαβε: «Ἡ Μεικτή Ἐπιτροπή δέν ἔχει συμφωνήσει γιά ἕνα κοινό ἔγγραφο σχετικά μέ τό ρόλο τοῦ Πάπα στήν κοινωνία τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ πρόοδος στόν Οἰκουμενισμό θά ἐξαρτηθεῖ ἀπό τήν Πανορθόδοξο Σύνοδο, δήλωσε ὁ καρδινάλιος».

 

Γ΄

 

Αὐτά, θά ἔλεγε κάποιος, εἶναι καλά καί ὡραῖα ὡς πρός τά διαδι­καστικά, ἄν καί λίγο γενικά. Ὡστόσο τό φλέγον ἐρώτημα εἶναι, τί ἔχουμε νά προτείνουμε πιό συγκεκριμένα ὡς πρός τό θέμα τῆς οὐσίας, τοῦ περιεχομένου καί τοῦ ἀντικειμένου ἤ καί τοῦ σκοποῦ τῆς συνοδικῆς αὐτῆς διαδικασίας. Θά εἰσέλθει στό θέμα ἤ καί δόγμα τῆς (προ)αιωνίου ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἤ ὡσαύτως καί τῆς προελεύσεώς Του καί ἐλεύσεώς Του σέ μᾶς, ἤ ἐπί πλέον θά διατυπώσει καί θά ἐξαγγείλει καί κάποιο, ἔστω περιεκτικό-συμβολικό κείμενο γιά τό πλήρωμα τῆς Ἐκ­κλησίας; Ἐπ' αὐτοῦ θά εἴχαμε μετά φόβου Θεοῦ καί ἐκκλησιαστικῆς πίστεως καί ἀγάπης νά προσθέσουμε καί νά ὑποβάλουμε εὐσεβάστως τίς ἑξῆς παρατηρήσεις:

Ἄν θά μελετήσουμε τό παραδιδόμενο Σύμβολο τῆς Πίστεως προσεκτικά, συγκρίνοντες τά ἄρθρα του τά σχετικά μέ τόν Υἱό καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, θά λέγαμε:

1) Ὅτι ἡ ἔκφραση περί τοῦ Υἱοῦ «τόν ἐκ τοῦ Πατρός γεννηθέντα πρό πάντων τῶν αἰώνων» ἀντιστοιχεῖ μέ τήν ἔκφραση «τό ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον» περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

2) Στήν ἔκφραση ὅμως περί τοῦ Υἱοῦ «τόν δι' ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καί σαρκω­θέντα...» δέν ἔχουμε ἀντιστοιχία –τουλάχιστον ἐμφανῶς– περί τῆς καθό­δου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μετά τήν ἀνάληψη τοῦ Ἰησοῦ, στούς Ἀπο­στόλους καί στήν καθόλου Ἐκκλησία.

3) Ἴσως αὐτήν τήν ἀπουσία-ἔλλειψη, ἔστω ἀσυνειδήτως, θέλει νά κα­λύψει –ἤ νά ὑποδείξει– καί ἡ ἀνεπιτυχής προσθήκη τοῦ Filioque (= καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ) μαζί μέ τό procedentem (= προερχόμενον) στό λατινικό κεί­μενο. Μήπως ὑποσημαίνεται δηλαδή ὅτι ἡ ἔκφραση αὐτή περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος θέλει νά ἀντιστοιχήσει μέ τό «τόν δι' ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καί σαρκω­θέντα», τό ὁποῖο λέγεται περί τοῦ Υἱοῦ;

4) Ἀλλά ἡ κάλυψη μιᾶς ἐλλείψεως-ἀπουσίας δυστυχῶς ἐπιχειρεῖται μέ μία ἄλλη ἔλλειψη-παράλειψη περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ σχετική ἔλλειψη-παράλειψη συνίσταται στό ὅτι τό «προερχόμενον καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ» παρατίθεται χωρίς τήν ἀντίστοιχη περιγραφή-δικαιολόγηση τῆς κατά καί μετά τήν Πεντηκοστή καθόδου Του στούς Ἀποστόλους καί στόν κόσμο. Ἔτσι ἐμφανίζεται τό «procedentem . . . Filioque» μᾶλλον με­τέωρο καί ἀνεξήγητο, ἴσως μάλιστα καί ἀδικαιολόγητο μέ αὐτήν τήν ἔλλειψη-παράλειψη τῆς καθόδου Του «ἐκ τῶν οὐρανῶν» (ἀντίστοιχο τοῦ «κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν» περί τοῦ Υἱοῦ) στόν κόσμο.

5) Ἀλλ' ἐκτός αὐτοῦ καί μέ ἀφορμή αὐτό εἰδικότερα στό λατινικό κείμενο τοῦ Συμβόλου καθίσταται ἐμφανές τό ἑξῆς: Ἀπό τή μία πλευρά λέγεται ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα προέρχεται καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ, γεγονός τό ὁποῖο πραγματοποιεῖται, ὅπως διαπιστώσαμε στό Γ΄ Μέρος, μετά τήν ἔλευση καί ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ, τ.ἔ. στή μετά Χριστόν περίοδο. Ἀπό τήν ἄλλη πάλι πλευρά ἡ δραστηριότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος περιο­ρίζεται («σταματᾶ» στό κείμενο) μόνο στό «λαλῆσαν διά τῶν προφητῶν» καί δέν ἐπεκτείνεται καί στούς Ἀποστόλους καί τήν Ἐκκλησία. Οὔτε κἄν λέγεται «τό λαλοῦν διά τῶν προφητῶν», ἀλλά τό λαλῆσαν (= qui locutus est per prophetas). Ἔτσι πράγματι περιορίζεται ἡ δραστηριότητά Του στήν πρό Χριστοῦ ἐποχή. Καί ἔτσι παρουσιάζεται μία ἀνακολουθία, ἄν ὄχι ἀντίφαση. Ἀκόμη, ἔτσι φαίνεται ὅτι ἀγνοεῖται καί ἡ μετάδοση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στούς Ἀποστόλους καί (δι' αὐτῶν) σέ ὁλόκληρη τήν Ἐκκλησία. Τελικῶς, εἶναι σάν νά ἀκυρώνεται ἐκεῖνο πού ὁμολογεῖται προηγουμένως, ὅτι δηλ. τό Ἅγιο Πνεῦμα προέρχεται καί ἔρχεται καί διά (ἐκ) τοῦ Υἱοῦ.

6) Ἐν πάσῃ περιπτώσει, γιά νά γίνουμε καί πιό σαφεῖς ἐπαναλαμ­βάνουμε· τό λατινικό κείμενο ἀπό τή μιά πλευρά λέει «προερχόμενον» τό Ἅγιο Πνεῦμα καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ, σέ ἐνεστῶτα διαρκείας, τ.ἔ. καί σήμερα καί τώρα, καί ἀπό τήν ἄλλη πλευρά λέει «τό λαλῆσαν» (ἀόριστος) τ.ἔ. στό παρελθόν. Ἑπομένως ἔχουμε μία ἀνακολουθία, ἕνα ἐλάττωμα ἤ ἀτέλεια διατυπώσεως. Καί ἡ ἀτέλεια αὐτή ὑπάρχει, γιατί χρησιμοποιεῖται τό «προερχόμενον», τό ὁποῖο, ὅπως εἴδαμε, (περι)λαμβάνει καί τήν πρός ἐμᾶς κατεύθυνση, ἐνῶ ἀντιθέτως τό «ἐκπορευόμενον», τό ὁποῖο εἶναι ἀντίστοιχο τοῦ «γεννώμενον», δέν (περι)έχει καί κατεύθυνση. Καί ἄρα· στήν περίπτωση τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ «ἐκπορευόμενον» ἔχουμε ἕνα μόνον ἤ ἁπλῶς εἰδικό προσδιορισμό ­–ἔστω μερικό– ἀλλά δέν ἔχουμε ἀνακολουθία-ἀντίφαση ἤ λογικό ἐλάττωμα-λάθος. Ἡ διατύπωση εἶναι ὀρθή.

7) Ἐφ' ὅσον οἱ Ρωμαιοκαθολικοί στό «πιστεύω» (στό «credo» τους) (ἐπιμένουν νά) χρησιμοποιοῦν καί ὁμολογοῦν «τό λαλῆσαν διά τῶν προφητῶν» μόνον καί δέν ἀναφέρουν «καί διά τῶν ἀποστόλων», ἔτσι γνωστοποιοῦν ὅτι τό Σύμβολό τους ἀναφέρεται μόνο στήν Παλαιά Δια­θήκη, στήν πρό Χριστοῦ ἐποχή. Ἀλλά τότε κυριολεκτεῖται, καί ἀναγ­καστικῶς ἰσχύει, μόνο τό «ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Πατρός», ἰσχύει μόνο ἡ ἀΐδιος, ἡ προαιώνιος, ἐκπόρευση ἀπό τόν Πατέρα καί ὄχι καί ἡ μετά Χριστόν προέλευση καί ἀπό τόν Υἱό πρός ἐμᾶς. Διαφορετικά, ἐάν θέλουν νά ἀναφέρεται καί ἡ ἀποστολή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί μετά τό Χρι­στό στούς ἀποστόλους, τότε μήπως πρέπει νά θελήσουν νά προστεθεῖ, ἔστω τώρα, καθυστερημένα, ὡς συμπλήρωμα ἕνα νέο ἄρθρο;

8) Γι' αὐτό μιλήσαμε παραπάνω γιά τήν κάλυψη μιᾶς «ἐλλείψεως», ἡ ὁποία ἔγινε ὅμως μέ μία ἀνεπιτυχή ἑρμηνεία τοῦ ἐκπορευόμενον καί μέ μία βεβιασμένη προσθήκη τοῦ Filioque στό 8ο ἄρθρο τοῦ Συμβόλου. Καί τοῦτο, γιατί ἡ ἐνέργεια-πράξη-ἐπέμβαση αὐτή παρουσιάζει καί τό ἄρθρο αὐτό ὡς ἀτελές καί ἐσφαλμένο καί συγχρόνως ἐμποδίζει τήν κανονική συμπλήρωση τοῦ Συμβόλου (π.χ. μέ ἕνα νέο-ἔνατο ἄρθρο ἤ κάποιο extra ὅρο). Γι' αὐτούς τούς λόγους δικαίως οἱ Πατέρες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἀπαγόρευσαν κάθε ἐπέμβαση καί παραχάραξη τοῦ κειμένου τῶν διαφόρων ὅρων καί κανόνων τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτές παρασύρουν, παραπλανοῦν καί συγχρόνως παρακωλύουν τήν ἀπαραίτητη κατανόηση τῶν ἀληθειῶν, τῶν ἀτελειῶν, καθώς καί τήν κανονική-ὀρθή συμπλή­ρωση-προσθήκη ἀπό τήν Ἐκκλησία σ' ἐκεῖνα τά κείμενα, τά ὁποῖα ἔχει Αὐτή ὁρίσει προηγουμένως.

 

Δ΄

 

9) Μετά ἀπ' αὐτά θέτουμε καί πάλι τό ἐρώτημα: Μήπως αὐτήν τήν ἔλλειψη, αὐτό τό κενό, διαισθάνεται καί ἀναζητᾶ νά καλύψει καί ἡ χρησιμοποίηση τοῦ procedentem μαζί μέ τό Filioque ἐκ μέρους τῶν Λα­τίνων; Μήπως σέ μία τέτοια ἀναζήτηση ἀντιστοιχεῖ ἤ καί ἀνταποκρί­νεται καί ἡ προσπάθεια καλύψεως αὐτοῦ τοῦ κενοῦ π.χ. ἐκ μέρους τῶν Παλαμικῶν Συνόδων ἤ Πατέρων τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας μέ τούς γνωστούς σχετικούς Τόμους ἤ ἐγκυκλίους τους; Μήπως αὐτά πρέπει νά ἐρευνηθοῦν καί νά συζητηθοῦν; Ἀκόμη μήπως πρέπει νά «τρακταϊσθοῦν» ἐνδελεχῶς, ἴσως καί γιά νά ἐνταχθοῦν καί ἐκτεθοῦν τά δέοντα, σ' ἕνα δογματικό Ὅρο, ὅπου θά προενταχθεῖ καί τό Σύμβολο τῆς Πίστεως κατά τό ὑπόδειγμα προηγούμενων Οἰκουμενικῶν Συνόδων;

Ἴσως προτείνει κάποιος: Μήπως ἐκτός τοῦ Ὅρου ἤ ἀντί τοῦ Ὅρου θά μποροῦσε νά προστεθεῖ ἐπιγραμματικῶς (καί) στό Σύμβολο τῆς Πίστεως διά μιᾶς Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἕνα νέο ἄρθρο; Μήπως δηλ. θά μποροῦσε νά προστεθεῖ στό «ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον... τό λαλῆ­σαν διά τῶν προφητῶν» τό «καί μετά ταῦτα ἐρχόμενον καί ἐκχεόμενον εἰς τόν κόσμον ἐκ (διά) τοῦ Υἱοῦ, ἵνα ὁδηγήσῃ τούς Ἀποστόλους καί τήν Ἐκκλησίαν εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν»; Ὅμως τί ἀπό τά δύο ἤ ἀπ' ὅλα θά προτιμηθεῖ, τί ἀκριβῶς θά περιλαμβάνει τό (κάθε ἕνα) κείμενο καί πῶς θά διατυπωθεῖ εἶναι ἀποστολή καί ἔργο τελικῶς τῆς μελλοντικῆς Συνόδου.

Ἴσως διερωτηθεῖ κάποιος: Γιατί οἱ Πατέρες τῆς Β΄ Οἰκουμ. Συνόδου δέν συμπεριέλαβαν καί τό ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στούς Ἀποστόλους καί στήν καθόλου Ἐκκλησία καί δέν ὁλοκλήρωσαν τήν περιγραφή κατ' ἀντιστοιχία πρός τά δογματισθέντα περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου; Ἀπάντηση: Ἴσως δέν εἶχε δοθεῖ ἡ δέουσα ἀφορμή π.χ ἀπό ἀμφισβητοῦντες ἤ ἀντιλέγοντες. Ἀλλά ἄλλη μία ἀπάντηση μπορεῖ νά εἶναι καί ἡ ἑξῆς. Ἴσως καί γιατί ἀκόμη δέν εἶχαν καθοριστεῖ τά περί τῆς ἀποστολικῆς παραδόσεως, ἐγγράφου καί ἀγράφου (Πρβλ. 90-91ο κανόνα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου) καί φυσικά οὔτε ὁ κανόνας γιά τά βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης εἶχε ἀπαρτισθεῖ («κλειστεῖ»), ἄν λάβουμε μάλιστα ὑπ' ὄψη μας καί τίς ἐπιφυλάξεις τῆς πρώτης Ἐκκλησίας περί τῆς Ἀποκαλύ­ψεως τοῦ Ἰωάννου. Ἔτσι δέν μποροῦσαν νά στηριχτοῦν ἀνεπιφύλακτα στά σχετικά χωρία γιά τίς λεπτομέρειες πού εἴδαμε στά προηγηθέντα τμήματα τῆς γνωμοδοτήσεως. Τελικῶς βέβαια δέν μποροῦμε νά ἀρνηθοῦ­με ὅτι ἔτσι ἐξυπηρετοῦσαν κάποιο σχέδιο τῆς θείας Πρόνοιας, ἔστω ἐν ἀγνοίᾳ τους.

Γιά νά παραμείνουμε λίγο ἀκόμη στό θέμα μας ὡς πρός τήν ἔκθεση Ὅρου ἤ προσθήκη ἄρθρου, ἴσως θά λέγαμε ὅτι εἶναι καί ἀνάγκη νά προστεθεῖ ἡ δέουσα ἀναφορά γιά τήν ἀποστολή τοῦ ἁγίου Πνεύματος στούς Ἀποστόλους καί τήν Ἐκκλησία μέχρι τῆς συντελείας τῶν αἰώνων. Ἴσως καί μᾶς ὑποδεικνύεται σήμερα. Καί τοῦτο, γιατί, ὅπως προελέχθη, ἐνῶ λέει τό Σύμβολο τῆς Πίστεως σέ ἐνεστῶτα διαρκείας «ἐκπορευό­μενον», ἀντιθέτως περί τῆς δράσεως αὐτοῦ σταματάει μέ τό «λαλῆσαν διά τῶν προφητῶν». Σταματάει μέ τόν ἀόριστο, μέ χρόνο παρωχημένο, παρελθόντα. Λέει τί ἔκανε στό παρελθόν. Θά ἔλεγε, θά διερωτᾶτο κανείς, «ἐλάλησε» καί σταμάτησε τό ἔργο Του; Γιατί δέν ἀναφέρεται στό Σύμβολο τί κάνει σήμερα; Γιατί ἔχει παραλειφθεῖ, ἀφοῦ μάλιστα εἶναι πάντοτε ἐκπορευόμενον (ἐνεστώτας διαρκείας); Καί αὐτό γίνεται ἀκόμη πιό προκλητικό-χτυπητό στό λατινικό κείμενο. Σ' αὐτό λέγεται ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα προέρχεται, ἀλλά δέν λέει, ἄν δρᾶ. Καί τό ἐρώτημα· Ἔρ­χεται, ἀλλά δέν δρᾶ, δέν ἐνεργεῖ τίποτε;

Ἐξ ἄλλου, ὅταν θά προστεθεῖ π.χ. σέ Ὅρο ἤ ἄρθρο ἡ μετά τήν Πεντηκοστή κάθοδος καί ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στούς Ἀποστόλους καί δι' αὐτῶν καί σ' ὅλη τήν Ἐκκλησία διά τῆς ἀποστολικῆς διδαχῆς καί διαδοχῆς, θά ἐμφανίζεται πιό φυσιολογική καί ἡ παράθεση τοῦ 9ου ἄρθρου στό Σύμβολο πού μιλάει γιά «μία Καθολική καί ἀποστολική Ἐκκλησία». Ἀλλιῶς, πῶς διακηρύττουμε μία «ἀποστολική» Ἐκκλησία, ὅταν ἀγνοοῦμε τούς Ἀποστόλους καί τό ρόλο τους ἤ τό ἔργο τους, τό ὁποῖο ἐπετέλεσαν μέ τή βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος;

Καί ὅλα αὐτά, μήπως πρέπει νά τά ἐπιδιώξουμε τό συντομότερο δυνατό, ἐάν βέβαια ἐκφράζουμε εἰλικρινῶς τήν ἐπιθυμία-ὁμολογία στό Σύμβολο τῆς Πίστεως καί ἐάν ἀποβλέπουμε πράγματι «Εἰς μίαν, ἁγίαν, Καθολικήν καί ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν»; Δίνουμε στό ἄρθρο αὐτό καί τό χαρακτηρισμό ἐπιθυμία-εὐχή-ἐπιδίωξη, ἐπειδή καί πρό ἐτῶν εἴχαμε γράψει μέ ἀφορμή τήν ἄρση τῶν ἀναθεμάτων τοῦ 1054, ὅτι «ὡς εἶναι τοῦτο διατετυπωμένον πανσόφως, παρέχει τήν δυνατότητα ἐκφράσεως καί τοιαύτης τινός τάσεως, τοιούτου τινός σκοποῦ»[7]. Καί ἐπεξηγούσαμε τότε: «Παρέχεται ἡ τοιαύτη δυνατότης, διότι ἐν ἀρχῇ τοῦ ἄρθρου τούτου δέν ἐπαναλαμβάνεται ὁ σύνδεσμος "καί", ὅπως εἰς τά προηγούμενα ἄρ­θρα "Κ α ί εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν... ", ἤ "Κ α ί εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον...", ὅτε ὑπονοεῖται σαφῶς-ἀναγκαστικῶς μόνον τό ῥῆμα "πιστεύω". Εἰς τό ἐν λόγῳ ἄρθρον τ.ἔ. εἶναι δυνατόν (ἐφ' ὅσον λείπει τό συνδετικόν πρός τά προηγούμενα καί) νά δώσωμεν καί τήν ἔννοιαν τοῦ "Πρός Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν..." Οὕτω θέτομεν τάς ἰδιότητας ταύτας καί ὡς τό "τέλος", ὡς τόν σκοπόν τῆς Ἐκκλησίας»[8].

Αὐτή ἀκριβῶς ἡ ἔλλειψη τοῦ «καί», αὐτό τό οὕτως εἰπεῖν ἀσύνδετο, μήπως ὑποδεικνύει ὅτι μπορεῖ νά ὑπάρξει ἐνδιάμεσα καί μία προσθήκη; Μήπως ἐπί πλέον τήν ἀπαιτεῖ; Ἐνῶ, ἐάν ἔλεγε «καί εἰς Μίαν, Ἁγίαν...», μήπως θά ἐμφανιζόταν ὅτι ἦταν στενῶς συνδεδεμένο τό 9ο (ὅπως ἀριθμεῖ τώρα) ἄρθρο μέ τό 8ο καί αὐτό θά ἦταν ἕνας λόγος ἀποτρεπτικός μιᾶς μεταγενέστερης (σύγχρονης) προσθήκης; Ἀντιθέτως μέ τήν ὑπάρχουσα διατύπωση τοῦ 9ου ἄρθρου τά πράγματα διευκολύνονται.

Καί ἔχουμε τό καθῆκον νά ἐπιδιώξουμε τό συντομότερο αὐτήν τή συμφωνία, γιά νά ἔχουμε καί τό δικαίωμα νά τό προβάλλουμε καί ὡς ὁμολογία πίστεως καί μαρτυρία στόν κόσμο. Γιά νά ὁμολογοῦμε εὐθαρ­σῶς ἀναφερόμενοι εἰλικρινῶς καί δημοσίως «Εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν». Ἐφ' ὅσον τό ἐπιδιώκουμε καί τό πραγμα­τοποιοῦμε, βεβαίως ὅσοι τό πράττουν ἤ ἔστω συμβάλλουν σ' αὐτό, θά δικαιοῦνται καί νά τό ὁμολογοῦν καί νά τό διακηρύσσουν. Οἱ ἄλλοι;

Καί ἐπί πλέον εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά πράξουμε αὐτά καί ὡς μία ἀπαραίτητη ἀπάντηση στίς προσδοκίες ὄχι μόνον τῶν ἐθνῶν γενικῶς, ἀλλά καί τῶν Ἰσραηλιτῶν εἰδικῶς. Καί τοῦτο, γιατί μπορεῖ νά ποῦν καί νά ἰσχυρισθοῦν (οἱ ἴδιοι ἤ καί ἄλλοι μαζί τους) ὅτι ἔχουν μία δικαιολό­γηση καί οἱ Ἰσραηλίτες γιά τήν ἀκόμη καί μέχρι σήμερα ἀναμονή τοῦ Μεσσία. Δηλαδή νά ποῦν πῶς νά πιστέψουν, ἀφοῦ κι ἐσεῖς οἱ χριστιανοί μείνατε μέχρι τούς προφῆτες τῆς Παλαιᾶς ἐποχῆς καί Διαθήκης καί δέν προχωρήσατε καί στούς Ἀποστόλους τῆς Καινούργιας ἐποχῆς, τῆς Και­νῆς Διαθήκης, τῆς μετά τήν ἄφιξη τοῦ Μεσσία.

Ἴσως ἀντιτείνει σ' αὐτά κάποιος ὅτι ἀπαγορεύεται κάθε ἀλλαγή ἤ προσθήκη (καί ὄχι μόνο παραχάραξη) στό Σύμβολο τῆς Πίστεως, σύμφω­να μέ ὁρισμένες ἀποφάσεις (ὅρους καί κανόνες) τῶν Οἰκουμενικῶν Συνό­δων. Ἡ ἔνσταση αὐτή εἶναι, ὅπως φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως, σοβαρή. Δέν μποροῦμε νά τήν παραβλέψουμε. Καί γιά τό λόγο αὐτό μαζί μέ ὁρισμένες ἄλλες ἐνστάσεις, πρῶτα ὁ Θεός, προτιθέμεθα νά τίς ἐξετάσουμε διεξοδικῶς στό ἑπόμενο, ἴσως καί τελευταῖο, τμῆμα τῆς παρούσης γνωμο­δοτήσεως.

Ἐν πάσῃ περιπτώσει κάτι πρέπει νά γίνει καί γιά τήν ἀποφυγή τῶν διαφόρων παγίδων (ὑπενθυμίζουμε π.χ. τό «γενικότερος») καί πρός ἀπό­δειξη ὅτι οἱ θεολογικοί διάλογοι εἶναι εἰλικρινεῖς καί λυσιτελεῖς. Δηλαδή: Ἤ θά πρέπει νά ἀντικατασταθεῖ τό ρῆμα procedere μέ τό emanare καί συγχρόνως νά ἀφαιρεθεῖ τό Filioque ἐκ μέρους τῶν Δυτικῶν μονομερῶς ἀπό τό λατινικό κείμενο, ἤ θά πρέπει νά γίνει δεκτή ἡ ἐν λόγῳ (οἰκου­μενική) συνοδική διαδικασία γιά τήν ἔκδοση ἑνός σχετικοῦ «Ὅρου», ἤ γιά τήν προσθήκη ἑνός σχετικοῦ ἄρθρου στό Σύμβολο τῆς Πίστεως ἐν συμφωνίᾳ καί ἀπό τίς δύο πλευρές, διμερῶς.

Διαφορετικά οἱ συνεχεῖς διάλογοι δέν θά ἔχουν κανένα νόημα, γιά νά μήν ποῦμε ὅτι μία ἀδικαιολόγητη καθυστέρηση στήν κανονική ρύθμιση τοῦ θέματος θά ἀποτελεῖ μία ἐπί πλέον παγίδα, στήν ὁποία κινδυνεύουν νά πέσουν πλήρως ὄχι μόνον οἱ λαοί τῆς Δύσεως, ἀλλά ἐνδεχομένως καί τῆς Ἀνατολῆς. Καί αὐτά τά ἀποτελέσματα, ἐάν ἀποκρύπτονται καί στούς διαλόγους καί ἀπό τούς χριστιανικούς λαούς, τότε μήπως δέν μποροῦμε νά μιλᾶμε γιά διάλογο τῆς ἀγάπης, ἀλλά γιά διάλογο τῆς ἀπάτης;

Ἀντιθέτως ἡ ἀνωτέρω διαδικασία τ.ἔ. ἡ ἀνάθεση τῆς διακονίας τῆς ἀλήθειας στήν Ἀνατολή καί ἡ ἐν συνεχείᾳ συμφωνία καί ἀποδοχή ἐκ μέρους τοῦ Πάπα καί τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, τῆς σχετικῆς ἀποφάσεως θά εἶναι μία de facto πράξη ἑνωτική. Θά εἶναι μία πράξη ἐπανόδου στήν τάξη ἤ καί τακτική (στήν κατάσταση) τῆς Α΄ Περιόδου τῆς Ἐκκλησίας, τῆς πρώτης χιλιετίας. Ἔτσι θά ἔχουμε καί τήν ἔναρξη τῆς Γ΄ Περιόδου τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας καί αὐτῆς ταύτης τῆς Ἐκκλη­σίας[9].

 

Παναγιώτης Ἰ. Μπούμης

       Ὁμότ. Καθηγητής Παν/μίου Ἀθηνῶν

 

Περιοδικὸ «Ἐκκλησία», ἔτ. ΠΘ΄ [2012], τεῦχ. 11, σελ. 773-780.

 



[1] Das Neue Testament, griechisch und deutsch (Herausg. von Eb. Nestle Er. Nestle K. Aland), 16. Aufl., Stuttgart 1957, σελ. 280.

[2] Neues Testament, 5. Aufl., Herder, Freiburg – Basel – Wien 1961, σελ. 125.

[3] Die Gute Nachricht (Das Neue Testament in heutigem Deutsch), 4. Aufl., Deutsche Bibelstiftung, Stuttgart 1976, σελ. 256.

[4] Ἰω. Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Α΄, Ἐν Ἀθήναις 19521, σελ. 334 [ Ἐν Ἀθήναις 19602, σελ. 397-398] (ἐφεξῆς: Καρμίρη, ΔΣΜ).

[5] Καρμίρη, ΔΣΜ, σελ. 343-344 [408-409].

[6] Καρμίρη, ΔΣΜ, σελ. 355 ὑποσ. [422-423 ὑποσ.].

[7] Παν. Μπούμη, Συνέπειαι τῆς ἄρσεως τῶν ἀναθεμάτων Ρώμης-Κωνσταντινουπόλεως, Ἀθῆναι 1994, σελ. 171.

[8] Ὅπ. παρ., σελ. 171, ὑποσ. 1.

[9] Περισσότερα ἐπ' αὐτῶν ἔχουμε στίς μελέτες μας: Συνέπειαι τῆς ἄρσεως τῶν ἀναθε­μάτων Ρώμης-Κωνσταντινουπόλεως, Ἀθῆναι 1976, Διά μίαν κανονικήν πορείαν ἑνό­τητος (Βάσει τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν τοῦ πολιτεύματος τῆς Ἐκκλησίας). Μελέτη Βιβλική-Κανονική, Ἀθῆναι 1992, Ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου γιά τήν πορεία Ἀνατολῆς-Δύσεως. Τό μήνυμα τῶν ἑπτά ἐπιστολῶν, Ἀθήνα 2009.