1 ἰανουαρίου, περιτομή (εὐαγέλιον)
Ἡ θεία σοφία τοῦ δωδεκαετοῦς Ἰησοῦ
1η ᾿Ιαν., Περιτομή (Λκ 2,20-21· 40-52)
Τὸ κυρίως ἑορταζόμενο γεγονὸς σήμερα εἶναι ἡ περιτομὴ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ συζήτηση ποὺ εἶχε ὁ δωδεκαετὴς Ἰησοῦς μὲ τοὺς διδασκάλους τοῦ Ἰσραήλ. Στὰ γεγονότα αὐτὰ ἐξ ἄλλου ἀναφέρεται καὶ ἡ εὐαγγελικὴ περικοπή, τὴν ὁποία θ’ ἀκολουθήσουμε.
Ὅταν συμπληρώθηκαν, λέει, οἱ ἡμέρες τῆς περιτομῆς τοῦ παιδιοῦ, ποὺ γινόταν τὴν ὀγδόη ἡμέρα τῆς ζωῆς τοῦ κάθε Ἰουδαίου, ἔγινε ἡ περιτομή του καὶ τοῦ δόθηκε τὸ ὄνομα Ἰησοῦς, ποὺ τὸ εἶχε προαναγγείλει ὁ ἄγγελος προτοῦ νὰ συλληφθεῖ στὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας του... Καὶ τὸ παιδὶ μεγαλώνοντας καὶ δυναμώνοντας σωματικὰ μὲ τὴν ἐπενέργεια τῆς θεότητος ποὺ ἦταν μέσα του, γέμιζε ἀπὸ σοφία, καὶ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἦταν πάνω του.
Κατὰ τὴν περιτομή, ὡς γνωστόν, ἔκοβαν τὸ δέρμα ποὺ καλύπτει τὸ ἐμπρόσθιο μέρος τοῦ γεννητικοῦ ὀργάνου, δηλαδὴ τὴν καλύπτρα τῆς βαλάνου. Ἡ καλύπτρα αὐτὴ λεγόταν ἀκροβυστία, ἡ δὲ περικοπή της περιτομή. Εἶχε ὁρισθεῖ ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ γίνεται σὲ κάθε ἀρσενικὸ παιδὶ τοῦ Ἰσραήλ, γιὰ νὰ ξεχωρίζουν οἱ Ἰουδαῖοι ἀπὸ τὰ ἄλλα ἔθνη. Μαζὶ μὲ τὴν περιτομὴ δινόταν καὶ τὸ ὄνομα. Στὸ Χριστὸ δόθηκε τὸ προφητευμένο ὄνομα Ἰησοῦς, ποὺ σημαίνει σωτῆρας. Στὸ χριστιανικὸ κόσμο ἡ περιτομὴ ἀντικαταστάθηκε ἀπὸ τὸ βάπτισμα.
Ἡ περιτομὴ τοῦ Χριστοῦ, ὅπως καὶ ἡ ἐννεάμηνος κύησή του, καὶ ἡ γέννησή του, καὶ ἡ σταυρωσή του δὲν δείχνουν μόνο τὴν ταπείνωσή του, ἀλλὰ πιστοποιοῦν καὶ τὴν ἀνθρώπινη φύση του καὶ τὴν ἐξομοίωσή του μὲ τοὺς κοινοὺς ἀνθρώπους, καὶ ἀποστομώνουν τοὺς μονοφυσῖτες, ποὺ ἔλεγαν ὅτι δὲν σαρκώθηκε πραγματικὰ ἀλλὰ κατὰ φαντασίαν.
Τὸ μεγάλωμα καὶ τὸ δυνάμωμα τοῦ Ἰησοῦ ἀναφέρονται στὴν ἀνθρώπινη φύση του. Ὄχι στὴ θεία. Ἡ θεία ἦταν ὅλη ἐπάνω του, μέσα του, καὶ ἐκδηλωνόταν ὅλο καὶ περισσότερο, καθὼς μεγάλωνε σωματικά. Ἂν ἡ θεότητά του ἐκδηλωνόταν ὁλόκληρη ἀπὸ τὴ βρεφική του ἡλικία, δὲν θὰ γινόταν πιστευτὸ ὅτι εἶναι ἀληθινὸς ἄνθρωπος, καὶ οἱ μονοφυσῖτες θὰ πανηγύριζαν. Θὰ μποροῦσε λόγο χάρη νὰ μᾶς σώσει καὶ ὡς βρέφος, ἀλλὰ χρειάστηκε νὰ φτάσει τὰ 33 του, γιὰ νὰ μᾶς σώσει. Ἂν πάλι ἡ θεότητά του ἦταν προοδευτικὴ καὶ ὄχι ὅλη ἐφάπαξ, θὰ πανηγύριζαν οἱ ἀρνούμενοι τὴ θεότητά του. Ἀλλ’ ἡ σωστὴ κατανόηση τοῦ στίχου δὲν ἀφήνει περιθώρια στὴν ἑκατέρωθεν κακοπιστία τῶν αἱρετικῶν. Καὶ συνεχίζει ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς.
Οἱ γονεῖς τοῦ Ἰησοῦ πήγαιναν κάθε χρόνο στὴν ᾿Ιερουσαλὴμ κατὰ τὴ γιορτὴ τοῦ πάσχα. Κι ὅταν ἦταν δώδεκα ἐτῶν, εἶχαν ἀνεβεῖ πάλι στὰ ᾿Ιεροσόλυμα, ὅπως τὸ ἐπέβαλλε τὸ ἔθιμο τῆς γιορτῆς. Σὰν τελείωσαν οἱ ἡμέρες τοῦ πάσχα, στὴν ἐπιστροφὴ ὁ Ἰησοῦς, τὸ παιδί, εἶχε παραμείνει στὰ ᾿Ιεροσόλυμα, καὶ δὲν τὸ ἤξεραν ὁ Ἰωσὴφ καὶ ἡ μητέρα του. Μὲ τὴν ξεγνοιασιὰ ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι στὸ καραβάνι, προχώρησαν δρόμο μιᾶς μέρας, καὶ (τὸ βράδυ) τὸν ἀναζητοῦσαν στοὺς συγγενεῖς καὶ στοὺς γνωστούς. Κι ἐπειδὴ δὲν τὸν βρῆκαν σ’ αὐτούς, γύρισαν πίσω στὴν ᾿Ιερουσαλὴμ ἀναζητώντας τον.
Ἐκεῖ, μετὰ ἀπὸ τρεῖς μέρες συνολικά, τὸν βρῆκαν στὸ ἱερὸ νὰ κάθεται ἀνάμεσα στοὺς διδασκάλους καὶ νὰ τοὺς ἀκούει καὶ νὰ τοὺς ρωτάει συνεχῶς. Καὶ ὅλοι ὅσοι τὸν ἄκουγαν καταπλήσσονταν ἀπὸ τὴ σύνεσή του καὶ τὶς ἀπαντήσεις του. Κι ὅταν τὸν εἶδαν ἔμειναν κι αὐτοὶ κατάπληκτοι· καὶ τοῦ λέει ἡ μητέρα του· Παιδί μου, γιατί τὸ ἔκανες αὐτό; Νά, ὁ πατέρας σου κι ἐγὼ μὲ πολλὴ ἀγωνία σὲ ἀναζητούσαμε.
Καὶ τοὺς λέει· Γιὰ ποιό λόγο μὲ ζητούσατε; Δὲν ξέρατε ὅτι πρέπει νὰ εἶμαι στὰ τοῦ πατέρα μου; Ἀλλ’ αὐτοὶ δὲν κατάλαβαν αὐτὸ ποὺ τοὺς εἶπε. Καὶ κατέβηκε μαζί τους καὶ ἦρθε στὴ Ναζαρέτ, καὶ ζοῦσε μὲ ὑποταγὴ σ’ αὐτούς. Καὶ ἡ μητέρα του ὅλα αὐτὰ τὰ λόγια του τὰ διατηροῦσε μέσα στὴν καρδιά της. Καὶ ὁ Ἰησοῦς προόδευε στὴ σοφία καὶ στὸ ἀνάστημα καὶ στὴ χάρη γιὰ τὸ Θεὸ καὶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους.
Σχόλια.
1. Ὁ Ἰωσὴφ καὶ ἡ μητέρα τοῦ Ἰησοῦ σίγουροι ὄντες ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀκολουθεῖ τὸ καραβάνι, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι τοῦ εἶχαν ἐμπιστοσύνη, ξενοιάστηκαν. Ὅταν ὅμως τὸ βράδυ διαπίστωσαν ὅτι δὲν εἶναι μὲ τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς γνωστούς, ὅπως νόμιζαν, ποὺ συνοδοιποροῦσαν καὶ αὐτοὶ στὸ ἴδιο καραβάνι, ἀνησύχησαν καὶ γύρισαν πίσω στὴν ᾿Ιερουσαλήμ, προφανῶς περπατώντας ὅλη τὴ νύχτα.
2. Ὁ δωδεκαετὴς Κύριος καθόταν, ἄκουγε καὶ ὑπέβαλλε ἐρωτήσεις τὴ μία πίσω ἀπὸ τὴν ἄλλη, γιὰ νὰ μάθει, ἢ μᾶλλον γιὰ νὰ δεῖ τί θ’ ἀπαντήσουν. Ἡ ἔκπληξη τῶν διδασκάλων προφανῶς ὀφειλόταν στὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἐρωτήσεις τοῦ Ἰησοῦ ἦταν σοβαρές, δυσαπάντητες, καὶ πρωτότυπες, οἱ δὲ ἀπαντήσεις του πρόδιδαν πρώιμη καὶ προηγμένη γνώση καὶ ἀπροσδόκητη σοφία καὶ σύνεση γιὰ ἕνα παιδὶ στὴν ἡλικία του. Τὸ γεγονὸς βεβαιώνει τὴν προηγούμενη πληροφορία ὅτι «Τὸ παιδίον ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο πνεύματι πληρούμενον σοφίας, καὶ χάρις Θεοῦ ἦν ἐπ’ αὐτῷ» (40), καὶ τὴν ἑπόμενη «Καὶ ὁ Ἰησοῦς προέκοπτε σοφίᾳ καὶ ἡλικίᾳ καὶ χάριτι παρὰ Θεῷ καὶ ἀνθρώποις» (52). Προφανῶς ἕνα μέρος τῶν συζητήσεων τὸ ἄκουσαν καὶ ὁ Ἰωσὴφ καὶ ἡ μητέρα του.
3. Ἡ ἐρώτηση τῆς μητέρας του περιέχει ἐλαφρῶς καὶ τὸ στοιχεῖο τῆς ἐπιπλήξεως, διότι ἡ ἀγωνία τους ἕως ὅτου τὸν βροῦν ἦταν πολὺ μεγάλη καὶ ἡ ταλαιπωρία τους οὐκ ὀλίγη. Ἡ δὲ ἀπάντηση τοῦ Ἰησοῦ περιέχει ἐλαφρῶς κάποια στοιχεῖα ἀνταποδόσεως τοῦ ἐλέγχου πρὸς αὐτούς, διατηρώντας ὅμως τὸ σεβασμὸ παιδιοῦ πρὸς γονεῖς. Προφανῶς ἤθελε νὰ τοὺς πεῖ ὅτι τὰ ὅσα θαυμαστὰ εἶδαν καὶ ἄκουσαν μέχρι τώρα γιὰ τὸ πρόσωπό του (σύλληψη, γέννηση, προσκύνηση τῶν μάγων, ἀστέρι, ἀγγελοφάνιες, διάσωση ἀπὸ τὸν Ἡρῴδη, λόγια τοῦ Συμεὼν τοῦ πρεσβύτου, λόγια τῆς Ἄννας τοῦ Φανουήλ, ἐκπλήρωση ἀρχαίων προφητειῶν, ἀπαντήσεις καὶ ἐρωτήσεις τώρα πρὸς τοὺς διδασκάλους τοῦ Ἰσραήλ), θὰ ἔπρεπε νὰ τοὺς εἶχαν δώσει νὰ καταλάβουν ὅτι εἶναι Γιὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι ἀρέσκεται νὰ βρίσκεται σὲ χώρους καὶ συζητήσεις ποὺ ἀνήκουν στὴ δικαιοδοσία τοῦ Πατέρα του, καὶ ὅτι δὲν κινδυνεύει νὰ χαθεῖ οὔτε χρῄζει πιὰ ἀμέσου κηδεμονίας, ὅπως μέχρι τώρα ποὺ ἦταν βρέφος ἢ νήπιο. Αὐτοὶ βέβαια δὲν κατάλαβαν τί ἐννοοῦσε, ἀλλὰ ἡ μητέρα του διατηροῦσε στὴ μνήμη της ὅλα ὅσα ἄκουγε ἔβλεπε καὶ αἰσθανόταν γιὰ τὸ γιό της καὶ ἐν καιρῷ τὰ ἐπεξεργαζόταν σὲ συνδυασμὸ μὲ ὅσα τῆς εἶπε ὁ Γαβριὴλ στὸν εὐαγγελισμό της, καὶ διαπίστωνε γεμάτη θαυμασμὸ νὰ ἐκτυλίσσεται μπροστά της τὸ θαῦμα τοῦ σχεδίου τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου μὲ πρωταγωνιστὴ τὸ Γιό της. Ἀργότερα τὰ διηγήθηκε αὐτὰ στὸ Λουκᾶ, καὶ ἐκεῖνος τὰ κατέγραψε στὸ Εὐαγγέλιό του.
4. Ἀφοῦ ἀκόμη οὔτε οἱ ἄνθρωποί του δὲν εἶχαν ἀρχίσει νὰ καταλαβαίνουν τὸ ρόλο του, καὶ ἐξάλλου δὲν εἶχε ἔρθει ἀκόμη καὶ ἡ ὥρα του, μπῆκε πάλι στὴν ὑποταγή τους μὲ τὴν ἔννοια τῆς ὑποταγῆς ἑνὸς κοινοῦ παιδιοῦ τῆς ἡλικίας του στοὺς γονεῖς του, ἕως ὅτου ἀνδρωθεῖ καὶ γίνει πειστικότερος γιὰ τὴ θεία ἀποστολή του.
Ἀθανάσιος Γ. Σιαμάκης, ἀρχιμανδρίτης
(δημοσίευσις 29/12/2011)